,

Το Call Μe by Your Name είναι ένα αντίδοτο στην ανέραστη μιζέρια των καιρών

Με λίγα λόγια, ερωτευτείτε και πονέστε επειγόντως

Μερικά λογάκια για το Call Me By Your Name, την καλύτερη για ορισμένους ταινία της χρονιάς

Δεν μπορεί να ‘χει διαφύγει από κανέναν ότι διανύουμε τα χρόνια του αδυσώπητου coolness. Όχι με τη θεμιτή του έννοια, της ήρεμης -ας πούμε- δύναμης και του καλώς νοούμενου μυστηριώδους ύφους, αλλά με την έννοια του επικοινωνιακά ψυχρού, του κυνικού κι εγωκεντρικά αποστασιοποιημένου. Ο κόσμος περισσότερο από ποτέ στρέφεται στον εαυτό του, όχι για να τον ανακαλύψει, αλλά για να χτίσει μια ατομική μυθολογία και να κατοικήσει εντός της. Πού να μπλέκεις τώρα με άλλους, κάτσε εδώ και προσποιήσου πως περνάς τέλεια. Όλο αυτό συνεπάγεται, βέβαια, πολλές ψυχικές απώλειες – και μία παράπλευρη: Ο άνθρωπος ξέχασε πώς να ερωτεύεται.

Η ποπ κουλτούρα σήμερα περιδινίζεται γύρω από φιλόδοξα οράματα πολιτικής αυτοπραγμάτωσης, χειραφέτησης και νοσταλγίας, ακολουθώντας μάλλον το ρεύμα της εποχής. Κάποιοι θα έλεγαν δημιουργώντας το, -δυστυχώς όμως οι τραμπικές δυστοπίες τούς πρόλαβαν δίνοντας ειρωνικό προβάδισμα στη ζωή έναντι της φαντασίας.

Το θέμα πάντως είναι ένα: Τέχνη και ζωή “σοβάρεψαν” απότομα. Τα πάντα μοιάζουν στρατευμένα κι ετοιμοπόλεμα, ενώ οι άνθρωποι χαζεύουν το είδωλό τους αυτάρεσκα κι ηδονικά, με τα likes ν’ αντανακλούν τη μοναδική απαντοχή.

Το Call Me by Your Name είναι ίσως μια θετική παραφωνία στον μονότονο σκοπό της επηρμένης εσωστρέφειας των ημερών. Μία υπενθύμιση πως ακόμη κι αν αντιμετωπίζεται ως ρετρό γραφικότητα, ο έρωτας δεν είναι για ν’ αγνοείται.

17χρονος ερωτεύεται έναν μεγαλύτερό του τύπο (φιλοξενούμενο του πατέρα του), και μαζί περνάνε ένα παράφορο καλοκαίρι απαγορευμένου πάθους με φόντο την ειδυλλιακή ιταλική επαρχία των 80s (τι έκπληξη!). Ο Elio (Timothée Chalamet) και ο Oliver (Armie Hammer) σιγά σιγά λιώνουν ο ένας μέσα στον άλλο, ανταλλάζουν ονόματα σαν τον Αλέξανδρο και τον Ηφαιστίωνα, και ζουν τον έρωτα στην πιο πρωτόγονη και τρυφερά κλισέ του μορφή. Μέχρι που συμβαίνει ό,τι συμβαίνει πάντα στους ερωτευμένους. Η ζωή.

Η ταινία δεν είναι το αριστούργημα που διαφημίζουν οι απανταχού ρομαντικοί και όσοι αγαπούν αντανακλαστικά κάθε έργο gay προσανατολισμού απλώς επειδή είναι gay προσανατολισμού. Είναι πολύ καλή, κυρίως λόγω της ονειρεμένης αισθητικής του σκηνοθέτη, Luca Guadagnino, και των καλοδουλεμένων ερμηνειών των πρωταγωνιστών. Δεν ανακαλύπτει τον τρόχο, όμως, ούτε περιέχει κάποια υπερβατική σεναριακή σπουδαιότητα. Είναι απλώς ένα πεπερασμένο love story εφηβικού τύπου, κι όσοι έχουν περάσει τα 17 ξέρουν πόσο συνηθισμένο και παιδαριώδες είναι κάτι τέτοιο. Από μια ηλικία κι έπειτα δε, όπως έλεγε και ο Don Draper “it will shock you how much it never happened”.

Είναι όμως ένα σημαντικό έργο γιατί ταρακουνάει τo κοινωνικό trend του εγωτισμού και επαναφέρει στην επικαιρότητα τον έρωτα ως διμερές συναίσθημα που ενώνει και δεν χωρίζει. Το Call Me by Your Name είναι, δηλαδή, συγκολλητική ουσία μέσα σε μια θάλασσα μονωτικών υλικών. Δεν έχει σημασία το love story καθεαυτό, αλλά η αφορμή που δίνει να βάλουμε για λίγο στην άκρη τον εαυτό μας. Και ίσως το timing είναι σωστό ώστε η μίζερη γενιά των social media να πάρει πρέφα ότι υπάρχουν εκεί έξω πράγματα πολύ πιο συναρπαστικά για να ζει κανείς, από τον ψηφιακό αυτισμό της επιβεβαίωσης. Υπάρχει έρωτας, σεξ, υπάρχει ακόμα και η οδυνηρή ματαίωση. Και είναι όλα τους πολύ δημιουργικά και επικυρωτικά της ύπαρξης, και ασύγκριτα πιο παραγωγικά από την καλογυαλισμένη σνομπ μοναξιά.

Τελικά όμως, το Call Me by Your Name έχει ιδιαίτερη αξία και για έναν άλλο, πιο ακτιβιστικό λόγο: Καταθέτει στη σφαίρα του mainstream μία gay ιστορία αγάπης όχι ως σκανδαλώδες περιστατικό, ευτράπελη εκκεντρικότητα ή camp θέαμα. Παρατηρώντας τη να ζυμώνεται, συνειδητοποιεί κανείς αυτό που τόσα και τόσα Pride αδυνατούν (επειδή δεν θέλουν) να καταδείξουν. Ο έρωτας είναι ένα πράγμα, μια θνητή χημεία, και οι άνθρωποι που χορεύουν γύρω του είναι απλές μεταβλητές ανεξαρτήτως φύλου. Η ταινία αγκαλιάζει και κανονικοποιεί όμορφα τη “διαφορετικότητα”, χωρίς να αμβλύνει τις γωνίες της ή να την θεοποιεί. Όλοι τα ίδια ζούμε πάνω-κάτω, με αμελητέες διαφοροποιήσεις.

Η ταινία δεν έχει ούτε “μηνύματα” ούτε “διδάγματα”. Όποιος τα έλαβε, μάλλον τα έστειλε στον εαυτό του. Κουβαλάει μόνο ένα μείγμα ανάμνησης και υπόσχεσης του πόσο ωραίο είναι πού και πού να λερώνεις τα χέρια σου.


Άρης Αλεξανδρής