,

The Killing of a Sacred Deer: Η νέα ταινία του Γιώργου Λάνθιμου είναι η πιο απολαυστική αλλά όχι και η καλύτερή του

Μια σύντομη ανάλυση, με τα αναπόφευκτα (μικρά) spoilers

The Killing of a Sacred Deer: Λίγα λόγια για την τελευταία ταινία του Γιώργου Λάνθιμου

Όταν ήμασταν μικροί, πολλοί από μας θέταμε στον εαυτό μας κάτι παρανοϊκά διλήμματα, που ζητούσαν απάντηση επιτακτικά και άμεσα, διαφορετικά κάτι πολύ κακό θα μας συνέβαινε. Ποιο αγαπημένο μας φαΐ δεν θα ξανατρώγαμε ποτέ αν έπρεπε να διαλέξουμε; Ποιον φίλο μας θα σώζαμε από πυρκαγιά; Ποιο δάχτυλο θα επιλέγαμε να κόψουμε αν ήμασταν υποχρεωμένοι να κόψουμε ένα; Υποθετικά ερωτήματα, εντελώς παράλογα κι ανεδαφικά, όμως εμείς έπρεπε οπωσδήποτε να πάρουμε μιαν απόφαση. Ποιος ξέρει, ίσως η ζωή κάποιου να εξαρτιόταν απ’ αυτό (όχι). Έπειτα μεγαλώσαμε, κι αυτές οι απορίες έπαψαν να μας απασχολούν. Η φαντασία μας σταμάτησε να γεννάει ψυχαναγκαστικά, σουρεάλ τελεσίγραφα.

Στο The Killing of a Sacred Deer, η υπόθεση έχει κάτι από το παραπάνω είδος διλήμματος: Τα πάντα κυλούν με ρυθμούς νωχελικής πολυτέλειας και ρομποτικής ευδαιμονίας στη ζωή του πλούσιου χειρουργού, Steven (Colin Farrell) και της συζύγου του, Anna (Nicole Kidman), μέχρι που ένας προβληματικός έφηβος, ο Martin (Barry Keoghan) εισβάλλει στη μεσοαστική οικογένειά τους και αποφασίζει να την ακρωτηριάσει. Ο αλλόκοτος Martin που κάποτε έχασε τον πατέρα του στo χειρουργείο του Steven, θεωρεί πως αποκαθιστά την φυσική τάξη των πραγμάτων αναγκάζοντας τον γιατρό να θυσιάσει ένα μέλος της οικογένειάς του για να σωθούν τα υπόλοιπα. Ό,τι κι αν κάνει ο Steven πια είναι μάταιο. Η επιβίωση της οικογένειάς του δεν εξαρτάται από τη λογική, την επιστήμη, τα χρήματα και την κοινωνική του θέση. Στο τέλος θα πρέπει να σκοτώσει ένα από τα δύο του παιδιά ή τη γυναίκα του, για να λυθεί η εκδικητική κατάρα (;) του Martin.

Ο φιλοσοφικός πυρήνας του Ελαφιού είναι ένα κράμα Παλαιάς Διαθήκης (οφθαλμόν αντί οφθαλμού) και αρχαίας τραγωδίας, με μερικά ψήγματα παραμυθικής μαγείας. Στη βάση της, πάντως, η ταινία πραγματεύεται την έννοια της θυσίας -καταναγκαστικής κι εκούσιας- και τις συνέπειες αυτής στον άνθρωπο και το περιβάλλον του. Εκδίκηση, ταξική σύγκρουση, και μια ιδιότυπη κάθαρση. Ο Martin αποδίδει κατά το δοκούν τα ίσα σπέρνοντας τον τρόμο, και η ειρήνη επανέρχεται μόνο μέσα από μια αιματηρή τραγωδία. Τα κατώτερα ένστικτα των ανθρώπων περιγράφονται ανάγλυφα, καθώς αυτοί αποδεικνύουν πόσο χαμηλά είναι ικανοί να φτάσουν αν οι συνθήκες το απαιτήσουν.

Ο Λάνθιμος και ο Φιλίππου είναι δυο βιρτουόζοι κινηματογραφικοί ψυχολόγοι. Το αν σου αρέσει το στυλ τους είναι αδιάφορο όσο και κάθε άλλο ζήτημα γούστου. Σημασία στο σινεμά τους δεν έχει το αν συμπαθείς τη φόρμα τους (αν τύχει να σου αρέσει, τόσο το καλύτερο για σένα), αλλά η ικανότητά τους να ανατέμνουν την ανθρώπινη φύση και κυρίως τις παθογένειές της μέσα από ακραίες, γκροτέσκες ιστορίες που λειτουργούν αλληγορικά.

Το Dogtooth ήταν μια αλληγορία για τον νοσηρό μικροαστισμό και τον κακοποιητικό κλοιό της “αγίας” οικογένειας. Το Lobster, μια αλληγορία για τα ψυχαναγκαστικά κοινωνικά δίπολα που θέλουν να ορίσουν με το ζόρι το κρεβάτι και τη ζωή σου. Είτε σου άρεσαν είτε όχι (εμένα, για παράδειγμα, δεν μου άρεσαν) δεν μπορείς να αρνηθείς ότι σήμαιναν κάτι πέρα απ’ το φαινόμενο. Έθεταν προς συζήτηση υπαρκτά προβλήματα, φωτίζοντάς τα δραματοποιημένα μέσω της τέχνης. Εξυπηρετούσαν έναν σκοπό ανώτερο από τα ίδια, προωθούσαν τη σκέψη σου κάπου. Στο The Killing of a Sacred Deer, όμως, κάτι δεν έκατσε καλά.

Το πρόβλημα είναι το εξής: Παρά τη φανταστική σκηνοθεσία και το πολύ καλό γράψιμο (για πρώτη φορά σε ταινία του Λάνθιμου έπιασα τον εαυτό μου να ανυπομονεί για τη συνέχεια – να εγείρει απαιτήσεις κανονικής και όχι weird ταινίας), ο συμβολισμός που συνέχει το έργο είναι ανεπαρκής. Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού ακολουθεί την Ιφιγένεια εν Αυλίδι, διαλέγεται μαζί της και ουσιαστικά συνθέτει μια ιστορία που μιμείται δημιουργικά τον γνωστό μύθο. Δεν σε παραπέμπει όμως σε κάτι ευρύτερο από αυτό που περιγράφει εν στενή εννοία. Δεν υπονοεί κάτι, δεν θίγει κάτι άλλο πέρα απ’ το προφανές. Εννοεί αυτό που λέει. Εκδίκηση, αμφιβολία, εσωτερική πάλη, θυσία, συντριβή, κάθαρση. Τέλος. Τα διδάγματα της τραγωδίας είναι εκεί, αναπαράγονται, αλλά δεν γεννούν κάτι νέο.

Η εμμονή, δε, στην κλασική λανθιμική απάθεια και στο trademark του παράξενου και σουρεαλιστικού δεν δικαιολογείται, γιατί εδώ δεν υπάρχει ο απώτερος στόχος της σημειολογίας του Dogtooth και του Lobster. Δεν υπάρχει λόγος, δηλαδή, οι ηθοποιοί να μιλάνε αφύσικα, οι κοινωνικές σχέσεις να διαμορφώνονται τόσο παράδοξα, τα πάντα να μοιάζουν με ατελείωτη μεταφορά. Γιατί η ταινία είναι κυριολεκτική. Η δράση δεν αποτελεί δούρειο ίππο για ένα κοινωνικό σχόλιο, είναι αυτό που είναι: Η περιγραφή μιας φρικτής θυσίας, πυροδοτούμενης από μια εξωλογική εκδίκηση. Κάτι που συμβαίνει στον μύθο και τη φαντασία, όχι μια αναφορά στην αληθινή ζωή.

Φυσικά, η ύπαρξη μιας μεγάλης κοινωνικής αλληγορίας δεν αποτελεί προαπαιτούμενο μιας καλής ταινίας. Ο Λάνθιμος δεν υποχρεούται να ενσωματώνει σε κάθε έργο του κι από μία έμμεση καταγγελία των σύγχρονων κοινωνικών συμβάσεων για να μας πείσει ότι αξίζει να τον δούμε. Όμως τυχαίνει αυτή η έλλειψη να χτυπάει άσχημα, όταν πρόκειται για δημιουργούς που έχουν χτίσει την αξία τους ακριβώς στην αντισυμβατικότητα. Και η συμπόρευση μ’ έναν μύθο, όσο σπουδαίος και διαχρονικός κι αν είναι, αποτελεί μια σύμβαση από μόνη της.

Το The Killing of a Sacred Deer είναι η πιο απολαυστική ταινία του Λάνθιμου, αλλά όχι η καλύτερη. Γιατί από το μαγικό πάντρεμα της τεχνικής-αισθητικής αρτιότητας με το φιλόδοξο σενάριο, λείπει ο αναγκαίος ιερέας. Ο στοχασμός. Και το μυστήριο έμεινε ανολοκλήρωτο.


Άρης Αλεξανδρής