,

To Mother! είναι ένας εφιάλτης που θα παρακαλάς να ξεφύγεις (αλλά ίσως σου αρέσει κιόλας)

Μια ερμηνεία με πολλά σπόιλερς γιατί δεν γίνεται αλλιώς

Mother!, μια ερμηνεία της ταινίας που δίχασε όσο ελάχιστες φέτος

Γενικώς, οι καλλιτεχνικές μομφές εναντίον της θρησκείας, από το απλό ανασήκωμα του φρυδιού μέχρι την εμφατική κατακραυγή, μου προκαλούν πια μια μικρή ανία. Δεν διαφωνώ μαζί τους, ίσα ίσα τις περισσότερες φορές με βρίσκουν σύμφωνο. Απλώς, το 2017 τις βρίσκω λιγάκι ανεπίκαιρες. Όχι ότι απαλλαχθήκαμε από τις θρησκείες και τα επαχθή τους μπαγκάζια, άρα παρέλκει τάχα να τα συζητάμε. Κάθε άλλο, οι τρελοί του Isis που βομβαρδίζουν απίστους και οι αφηνιασμένες θεούσες που σταματάνε βλάσφημες παραστάσεις, δεν αφήνουν αμφιβολία για το θαλερό του φονταμενταλισμού. Είναι, όμως, η σύγχρονη ευκολία της πληροφόρησης και της μόρφωσης που δεν μας επιτρέπουν πλέον να αντιμετωπίζουμε τους εαυτούς μας σαν θύματα Θεού. Πώς να το κάνουμε, παραείμαστε εξοπλισμένοι ενάντια στο παράλογο για να υποδυόμαστε τους πλανεμένους. Πόσο ακόμα θα μυθοποιούμε τα “θεία”;

Το Mother! του Aronofsky είναι μια σκαιότατη αλληγορία με θρησκευτικό-εκκλησιαστικό άξονα. Εκτυλίσσεται όμως σε τόσο πολλά επίπεδα ταυτόχρονα, αγγίζει τόσες εκφάνσεις ανθρώπινου βίου και ψυχολογίας, που δεν μπορείς να μην τη θαυμάσεις για την πληθωρικότητα των αναφορών και την αναιδή της ειλικρίνεια. Ακόμα κι αν σε αηδιάζει, ακόμα κι αν βρίσκεις παρωχημένες τις παραβολές, η εκτεταμένη ευστοχία αυτής εδώ θα σε σοκάρει.

Ένας διάσημος ποιητής μένει στο τεράστιο σπίτι του στη μέση του πουθενά, μαζί με τη γυναίκα του. Αυτός, αφοσιωμένος στον εαυτό του, προσπαθεί να βρει την έμπνευση για να ξαναγράψει. Αυτή, αφοσιωμένη στον άντρα της, ανακαινίζει το σπίτι του που κάποτε είχε καεί ολοσχερώς. Η σχέση τους κυλάει εμφανώς άνισα, με τον μεν ποιητή (Javier Bardem) να εστιάζει ολοένα περισσότερο στην περσόνα του, και τη γυναίκα του (Jennifer Lawrence) να πασχίζει να τον ικανοποιήσει και να ξεκλέψει λίγη απ’ την προσοχή του για τον εαυτό της. Με έναν απρόσμενο τρόπο, μια ξένη οικογένεια διεισδύει στη σπίτι και τη ζωή του ζευγαριού, για να φωταγωγήσει ακόμα περισσότερο το γόητρο του ποιητή (εις βάρος της γυναίκας του, φυσικά). Στη συνέχεια, μετά την επεισοδιακή φυγή της ξένης οικογένειας, ο ποιητής χαρίζει στη γυναίκα του το μωρό που αυτή πάντα ήθελε και καταφέρνει να γράψει κι εκείνος ένα νέο πόνημα. Εκεί, όμως, που όλα φαίνονται να ’χουν ομαλοποιηθεί, το νέο έργο του ποιητή φέρνει στην πόρτα του πλήθος υστερικών θαυμαστών, οι οποίοι σιγά σιγά εισβάλλουν και εντός, αλλοτριώνουν τον ποιητή πλήρως και δίνουν στο σπίτι και τη γυναίκα του ένα απερίγραπτα σουρεαλιστικό τέλος πύρινου ολέθρου. Το έργο κλείνει όπως άρχισε, με τη γυναίκα να ξυπνάει στο κρεβάτι της. Μόνο που δεν είναι αυτή, αλλά κάποια άλλη που την αντικατέστησε.Τι σημαίνουν όλα αυτά;

Μπορούμε να πούμε ότι σημαίνουν τα πάντα. Δύο ώρες περιέχουν την εμπειρία μιας ολόκληρης ζωής, έναν πολύ γνώριμο κι αντιπροσωπευτικό κανόνα της έστω. Αλλά ας ξεκινήσουμε από τα μικρά και πιο επιφανειακά. Το Mother! είναι πρώτα πρώτα μία δήλωση περί έρωτος: Πρόκειται για συναίσθημα ετεροβαρές. Πάντα ο ένας θέλει παραπάνω, πάντα ο ένας υποφέρει πιο πολύ, ενώ ο άλλος μες στη σχετική του αυτάρκεια κοιτάει κυρίως τον εαυτούλη του. Απαλλαγμένος μάλιστα από τα δεσμά της λογικής και της ηθικής, ο έρωτας καταναλώνει. Ο δυνατός καταπίνει τον αδύναμο, κι όταν πια ο έρωτας μετουσιωθεί σε αγάπη, ο αδύναμος θυσιάζεται από μόνος του. Ένας κύκλος καταδικασμένης έντασης, ρηχός ωστόσο, και πολύ βάναυσος.

Βέβαια, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το φύλο του δεσπόζοντος και του αδύναμου μέρους της σχέσης, είναι αυτό που είναι. Ο άντρας πολύ πιο εύκολα βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση του επαγγελματικά επιτυχημένου και κοινωνικά περιζήτητου, ενώ η γυναίκα πολύ πιο εύκολα από τον άντρα λουφάζει στη σκιά του και περιορίζει τις βλέψεις της σ’ ένα μωρό και λίγη εκτίμηση. Η υπεροχή του άντρα δε, μοιάζει απολύτως κατανοητή, λογίζεται ως φυσιολογική συνθήκη. Γι’ αυτό και είναι η γυναίκα του ποιητή που καταφεύγει στο μυστηριώδες φίλτρο για ν’ αντέξει, σα να έχει αυτή το πρόβλημα, ενώ ο υπερφίαλος ποιητής αντιμετωπίζει κάθε στιγμή σαν θεϊκή πρόκληση για να μεγεθύνει το προνόμιό του. Ο σεξισμός διατρέχει το Mother! σαν παραδεδεγμένη κατάσταση, τον βλέπεις κι όμως είναι σα να μην τον βλέπεις.

Παράλληλα, το Mother! κλείνει το μάτι και στη νοσηρή φύση του celebritism, της διασημότητας ως ψύχωσης (σα να μας κρούει κάποιον κώδωνα αυτό, ε;). Ο ποιητής παθιάζεται με τον εαυτό του, ηδονίζεται με το ταλέντο του και πάνω απ’ όλα ζει για να τον αγαπούν και να τον λατρεύουν οι άλλοι. Δεν χορταίνει να μοιράζεται την προσωπικότητά του, να τη βλέπει να καθρεφτίζεται έξοχη και θεϊκή στα μάτια των θαυμαστών του. Από ένα σημείο κι έπειτα, το θεωρεί χρέος του να δίνεται για να επιβεβαιώνεται. Θα έλεγε κανείς πως δεν είναι το έργο του, αλλά ο θαυμασμός των άλλων η προϋπόθεση της ύπαρξής του. Την ίδια ώρα, από το περιθώριο, η γυναίκα του παρακολουθεί το ναρκισσιστικό δρώμενο τρομαγμένη. Κι όμως, αυτή είναι η παράταιρη, αυτή είναι το ξένο σώμα στην όλη ιστορία. Και ως τέτοιο, εξοντώνεται. Χωρίς να αντιδρά καν!

Ο τρόπος που η φήμη του ποιητή γιγαντώνεται και οι χιλιάδες ακόλουθοι συνωστίζονται στο σπίτι του για να πάρουν ένα κομμάτι του, θυμίζει κάτι από αίρεση, μηντιακό trend, ή και αριστερό cult. Είναι ένα σχόλιο για τη ροπή των ανθρώπων στη μαζοποίηση και την εγκληματική υπεραπλούστευση μέσα από το δίπολο της θεοποίησης και του μηδενισμού. Αν, μάλιστα, στη θέση του ποιητή και των ακολούθων του βάλουμε μια πολιτική (επανάστασης κατά προτίμηση) και τους ψηφοφόρους της, έχουμε μια πολύ παραστατική αφήγηση του σήμερα.

Όλοι οι παραπάνω -και ενδεχομένως πολλοί ακόμα- συμβολισμοί, εγκιβωτίζονται στον βασικό που ανέφερα στην αρχή. Τον θρησκευτικό-εκκλησιαστικό. Ο άντρας ποιητής δεν είναι ούτε άντρας ούτε ποιητής κατά τύχη. Είναι άντρας ως αρχετυπική πηγή εξουσίας και ποιητής με τη βιβλική έννοια του δημιουργού. Ένας πόλος έλξης που συσπειρώνει κι αφιονίζει πειθήνια μα κι επικίνδυνα -μες στην ανοησία και τον φανατισμό τους- άτομα, στο όνομα ενός σεπτού ιδανικού. Στο δικό του όνομα. Είναι μια θρησκεία, με λίγα λόγια. Κι ο τρόπος που ο κόσμος συρρέει για να μυηθεί σ’ αυτήν, η οργάνωση που σχεδόν πάντα καταπατάει κι εκχυδαΐζει τον αρχικό σκοπό, είναι η εκκλησία. Ο ποιητής είναι ένας ιδιότυπος Χριστός, δηλαδή, που παρασυρμένος από την επίδρασή του στο ποίμνιο, θυσιάζει και θυσιάζεται, συγχωρεί και συγχωρείται.

H Jennifer Lawrence από την άλλη, ενσαρκώνει τον ρόλο του εξιλαστήριου θύματος. Είναι η Παναγία, η Μητέρα Γη, – είναι η ίδια η Mother! Είναι το άτομο που ζει για κάποιον Άλλο, ξαναχτίζει ό,τι κάηκε για κάποιον Άλλο, παραδίδει το παιδί της σε κάποιον Άλλο, και στο τέλος γίνεται θυσία γι’ αυτόν τον Άλλο χαρίζοντας μέχρι και την ψυχή της. Μοιάζει να μην έχει άλλη επιλογή. Ο Άλλος είναι φυσικά ο ποιητής, δηλαδή η αδηφάγα θρησκεία που, αφού σε αιχμαλωτίσει, απαιτεί τα πάντα και δεν επιστρέφει τίποτα, παρά μόνο μια ασαφή υπόσχεση σωτηρίας. Η Mother! είναι αυτή που γεννάει κάθε τι καλό, είναι η μεταφορική και κυριολεκτική γονιμότητα, που ακριβώς εξαιτίας της ανιδιοτέλειάς της χρησιμεύει ως το αναλώσιμο εργαλείο που θα οικοδομεί απ’ την αρχή ό,τι γκρεμίζεται: Το πεδίο δράσης του νάρκισσου ποιητή και όσων ψάχνουν απεγνωσμένα κάποιον να τους πωρώσει μέχρι θανάτου.

Το Mother! δεν είναι καθόλου εύπεπτο έργο. Δεν είναι καν ευχάριστο. Ούτε βέβαια λυτρωτικό. Ο στόχος του, νομίζω, είναι να δυσανασχετήσεις και να κουραστείς όσο χρειάζεται, προκειμένου να μπεις στον κόπο να καταλάβεις (ή να θυμηθείς όσα ξέρεις ήδη). Χωρίς να σου εγγυάται, βέβαια, κάποιο αποτέλεσμα. Η θρησκεία εν τέλει δεν είναι τόσο δόγμα, όσο τρόπος σκέψης. Είναι ο τρόπος διαχείρισης μιας πίστης μάλλον, παρά η ίδια η πίστη. Γι’ αυτό και το έργο είναι γεμάτο συμβολισμούς και μεταβλητές, -σημασία έχει κυρίως η μέθοδος και όχι το αντικείμενό της. Όσο κοντά ή μακριά κι αν πιστεύεις ότι βρίσκεσαι στην αλήθεια, το Mother! έχει εκείνο το shock value που θα πυροδοτήσει μια επανεξέτασή της. Αν και, κατά τη γνώμη μου, δεν έχει πολλά να δώσει σε όσους την αναζητούν σε προκατ σχήματα και αγκυλώσεις.


Άρης Αλεξανδρής