,

Gaga: Five Foot Two – Μια ωδή στην αλήθεια που θα σε κάνει να συμπαθήσεις τη Lady Gaga από την αρχή

Η μη-σάπια όψη της ποπ κουλτούρας

Gaga: Five Foot Two - Ευκαιρία να αγαπήσεις ξανά τη Lady Gaga

Ένα από τα βασικότερα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται συνήθως υπέρ και εναντίον των stars, είναι η σχέση τους με την αλήθεια. Το ήθος τους, όπως αυτό αποτυπώνεται δημοσίως. Άλλοι διαθέτουν ταλέντο, άλλοι όχι και τόσο, όμως στο τέλος της ημέρας το ταλέντο τίθεται ουσιαστικά σε δεύτερη μοίρα. Οι μετοχές και η φήμη τους βασίζονται κυρίως σ’ αυτό που το κοινό ερμηνεύει ως συνέπεια σε μία θέση/στάση/άποψη. Ειδικά στην εποχή των social media, που άπαντες τελούμε υπό καθεστώς διαρκούς κι εκτεταμένης εξέτασης, με το μάτι του δίπλα να σαρώνει όλη μας την ύπαρξη ενδελεχώς προς αναζήτηση ελαττώματος, τα περιθώρια να ξεφύγεις απ’ την αλήθεια είναι πολύ πολύ στενά. Γι’ αυτό, άλλωστε, σήμερα τα είδωλα γεννιούνται κι αποκαθηλώνονται ταχύτερα κι ευκολότερα από ποτέ. Η έκθεση αποθεώνει και καταβαραθρώνει σε τρομακτικούς χρόνους.

Το Gaga: Five Foot Two είναι ένα ελπιδοφόρο παράδειγμα ότι η αλήθεια, ακόμα και μέσα από τα αναπόφευκτα υποκειμενικά της φίλτρα και τις παραμορφωτικές της θεάσεις, δεν έχει εξαφανιστεί τελείως απ’ τον απατηλό κόσμο του celebritism. Η Lady Gaga αποφάσισε να εκθέσει τον backstage εαυτό της σ’ ένα προσωποκεντρικό ντοκιμαντέρ, και το αποτέλεσμα δεν είναι ούτε trashy ούτε ντροπιαστικό (όπως αναμένεται συνήθως από τέτοιου είδους ταινίες). Μέσα στο πυκνό του (και συχνά άβολο) περιεχόμενο, έχει ένα πολύ σημαντικό προσόν: Είναι αληθινό. Σε μία ώρα και σαράντα λεπτά, η Gaga σου δίνει αρκετούς λόγους να την αντιπαθήσεις, περισσότερους να τη συμπαθήσεις, αλλά κανέναν για να τη θεωρήσεις ψεύτικη.

Η προετοιμασία του τελευταίου album της Gaga, Joanne, και του performance της στο Super Bowl, είναι ο βασικός άξονας της αφήγησης στην ταινία. Παρεμπιπτόντως, ωστόσο, μας ανοίγεται ένα ευρύ και διαφωτιστικό παράθυρο σε διάφορα άλλα bits and pieces της ζωής της. Και το σημαντικό είναι πως οι πληροφορίες που λαμβάνουμε δεν είναι σκανδαλοθηρικώς ενδιαφέρουσες. Δεν έχουν να κάνουν, δηλαδή, με γκομενικά, διαμάχες και κατινιές. Είναι προσωπικές κι ευαίσθητες, όμως περιέχουν ανθρωπολογική αξία και, κατά κάποιον τρόπο, προσφέρονται ως πρωτότυπος μπούσουλας του pop culture, που μας οδηγεί μακριά από κλισέ θεωρήσεις του παρελθόντος. Κι αυτό σημαίνει μια κάποια πρόοδο: Είναι μια γοητευτική απομυθοποίηση του γκλίτερ.

Ενδεικτικά, στην ταινία η Gaga

-Μιλάει για τους χρόνιους πόνους της, χωρίς να ψαρεύει έμμεση συμπάθεια ή να υπερδραματοποιεί την κατάστασή της. Τη βλέπουμε να ζορίζεται, να υποφέρει, αλλά δεν είναι λύπηση ούτε δέος αυτό που μας εμπνέει. Είναι οικειότητα. Όχι ταύτιση, όχι θαυμασμός. Οικειότητα. Επιτέλους μια πολυεκατομμυριούχα celebrity τολμάει να φανεί κανονική, χωρίς να ενδώσει στο δίπολο Ηρωίδα-Θύμα.

-Μιλάει ειλικρινά για την ταραχώδη σχέση της με τη Madonna, καταφέρνοντας να διαφοροποιηθεί από την, τόσο δημοφιλή στις μέρες μας, αισθητικοποιημένη μικροπρέπεια (αυτή στην οποία η Taylor Swift και η Katy Perry, για παράδειγμα, καταφεύγουν κάθε τόσο). I just want Madonna to throw me up against the wall and kiss me and tell me I’m a piece of shit. Σύντομα, περιεκτικά, χωρίς σου ’πα μου ’πες. Mια αντιεμπορική επίκληση στην ευθύτητα.

-Μας “ξεναγεί” στη δημιουργική διαδικασία του νέου της άλμπουμ με τρόπο που βγάζει νόημα. Κι αυτό είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον σε μια βιομηχανία όπου το νόημα υποσκελίζεται σε όλα τα επίπεδα από τον επιτηδευμένο σουρεαλισμό, το μελόδραμα και την ανειλικρίνεια. Γιατί πολλοί καλλιτέχνες κατά καιρούς μιλάνε για τις ιδέες, τις εμπνεύσεις και τη δουλειά τους, αλλά συνήθως κλίνουν σε βαρετές αοριστίες για να καμουφλάρουν αυτό που πραγματικά σκέφτονται: “Αυτό γούσταραν η δισκογραφική και οι μάνατζερς, αυτό έκανα”. Με την Gaga, όμως, το πράγμα είναι κάπως διαφορετικό. Φαίνεται πως είχε λόγο που έκανε το Joanne, οδηγήθηκε σ’ αυτόν τον περίεργο (και όχι ιδιαίτερα επιτυχημένο) δίσκο από οργανική ανάγκη, κι αυτό από μόνο του είναι άξιο λόγου και προσοχής – ακόμα κι αν η μουσική της Gaga δεν σε αντιπροσωπεύει. Και πάλι, η αλήθεια ως αξία, όπως είπαμε προηγουμένως.

-Περιγράφει την τεχνική και ψυχική της προπαρασκευή για το Super Bowl, εμβαθύνοντας σε δύο αντιδημοφιλείς παραμέτρους, που όμως είναι τέλειο να τις βλέπεις να ξεδιπλώνονται χωρίς κομπλεξικά ραφιναρίσματα:

  1. Τον επαγγελματισμό της. Σε μια από τις πολλές σκηνές προετοιμασίας, βλέπουμε τη Gaga να επιπλήττει τους συνεργάτες της (επειδή κάτι δεν της είχαν έτοιμο εγκαίρως). Εκείνο, όμως, που κεντρίζει την προσοχή δεν είναι το attitude ντίβας, αλλά ο τρόπος που αιτιολογεί την παρατήρησή της, το γεγονός ότι επιχειρηματολογεί και, παραδόξως, έχει δίκιο. Στη θέση αυτού του αποσπάσματος θα μπορούσε να ’χει επιλέξει κάτι πιο crowd pleasing (ένα inspirational group hug επενδυμένο με cheesy αμπελοφιλοσοφίες, ας πούμε). Αντιθέτως, προτίμησε να φανεί λιγάκι σκύλα (που σίγουρα είναι), τεκμηριώνοντας παράλληλα τη σκηνική ευφυία και τη σκηνοθετική αντίληψη που κανείς δεν γνώριζε ότι διαθέτει.
  2. Τη ματαιοδοξία της. Η Gaga λέει ευθέως ότι πρόκειται για το σημαντικότερο gig της ζωής της, ότι μετά από αυτό δεν υπάρχει κάτι μεγαλύτερο. Χωρίς επικοινωνιακά στρογγυλέματα και καλλιτεχνικούς ψευδορομαντισμούς, παραδέχεται ότι την ενδιαφέρει να είναι big, και κάπως έτσι το coolness της κάνει το μεγάλο της Εγώ αρκετά πιο συμπαθητικό από πριν.

Την ίδια ώρα όμως,

το ντοκιμαντέρ αναδεικνύει εμμέσως (και σίγουρα όχι εκ προθέσεως) το μεγάλο πρόβλημα της Gaga, ένα πρόβλημα τόσο υπαρξιακό όσο και καλλιτεχνικό. Ενώ η Gaga διηγείται ότι η έμπνευση για τον τίτλο του δίσκου και το ομώνυμο τραγούδι ήταν η ταλαντούχα αδερφή του πατέρα της, Joanne, που πέθανε σε νεαρή ηλικία, επισκέπτεται τη γιαγιά της ώστε να κάνει την αναδρομή πιο παραστατική. Εκεί λαμβάνει χώρα ένα αλλόκοτο περιστατικό. Καθώς κοιτάνε παλιές φωτογραφίες και θυμούνται την αδικοχαμένη Joanne οικογενειακώς, η Gaga προσπαθεί να εκβιάσει τη συγκίνηση της γιαγιάς της, σα να θέλει να τη δει με το ζόρι να δακρύζει. Δεν υποκρίνεται, δεν είναι ψεύτικο αυτό που κάνει, φαίνεται ότι η ίδια είναι εντελώς συνεπαρμένη, αλλά η γιαγιά της έχει προχωρήσει. Δεν συγκινείται με τον χαμό της κόρης της (που συνέβη δεκαετίες πριν). Της επισημαίνει ότι έχουν περάσει πολλά χρόνια, αλλά η Gaga επιμένει. Θέλει πολύ να επηρεαστούμε από την ιστορία της Joanne, θέλει οπωσδήποτε να μας παθιάσει. Σε ένα άλλο σημείο, μάλιστα, φωνάζει εκστασιασμένη “I AM JOANNE!”. Υπερβάλλει τρομακτικά, επειδή ψάχνει μετά μανίας μια ταυτότητα.

Το πρόβλημα της Gaga, λοιπόν, είναι ο αυτοπροσδιορισμός της. Ένα ταλαντούχο άτομο που πέτυχε πολλά, πολύ γρήγορα, με αποτέλεσμα να βραχυκυκλώσει και να καεί, προσπαθεί να επανεφεύρει τον εαυτό του. Το παλεύει και βασανίζεται, μοιάζει να μην έχει ξεκαθαρίσει ψυχολογικά τη θέση της ανάμεσα στον μαξιμαλισμό του peak της και την ουσία του μέλλοντός της. Αυτό συμβαίνει ήδη από τον προηγούμενο δίσκο της με τον οποίο πάλι έδειχνε να προσεγγίζει μια απάντηση για το ποια είναι, αλλά με επιπόλαια μέσα. Νομίζω ότι θα πρέπει να συνεχίσει να ψάχνεται, είναι ακόμα αρκετά συγχυσμένη. Το Gaga: Five Foot Two, όμως, αποδεικνύει πως τουλάχιστον δεν βρίσκεται στον λάθος δρόμο.

Άρης Αλεξανδρής