,

Δουνκέρκη: η τελευταία ταινία του Christopher Nolan είναι ένα οσκαρικό δώρο που πρέπει να κάνεις στον εαυτό σου

Κι ας μην άρεσε σε κάμποσους κουλτουριάρηδες σινεφίλ

Δουνκέρκη: Το αριστούργημα του Christopher Nolan είναι ένα δώρο που πρέπει να κάνεις στον εαυτό σου

Η Δουνκέρκη δεν είναι ένα κλασικό blockbuster με catchy σενάριο, λαμπερούς πρωταγωνιστές και trendy αισθητική για να περάσει κανείς ξέγνοιαστα το βράδυ του. Για την ακρίβεια, θα ’λεγε κανείς πως δεν ανταποκρίνεται καν στα standards εμπορικότητας και αρεσκείας των καιρών μας, – είναι μάλλον ένα περίεργο φρούτο συγκριτικά με ό,τι άλλο παίζεται αυτή τη στιγμή στο σινεμά. Όποιος, λοιπόν, πάει να τη δει για να ενθουσιαστεί με τον εύκολο τρόπο που ενθουσιάζει συνήθως το μαξιμαλιστικό Χόλιγουντ, μάλλον θα απογοητευτεί.

Οι μεγάλες παραγωγές συνήθως μας προδιαθέτουν για φαντασμαγορία και υπερφιλόδοξες ερμηνείες, ωστόσο ο Christopher Nolan φαίνεται να απέχει από αυτό το mentality, για να χτίσει κάτι άλλο, παράξενα όμορφο κι αντιδημοφιλές μέσα στη μοναχική αυτονομία του. Η Δουνκέρκη δεν θέλει να καθηλώσει τον θεατή και να τον εντυπωσιάσει εφετζίδικα, αν και θα μπορούσε. Δεν θέλει να του αποδείξει κάτι ή να τον οδηγήσει σε ορισμένο συμπέρασμα ή συγκίνηση, αν και θα μπορούσε. Θέλει να τον τραβήξει μέσα της και να τον σοκάρει σαν συμμέτοχο. Στο τέλος, ο θεατής δεν θαμπώνεται μπροστά σε κάτι ξένο. Βιώνει σε πρώτο πρόσωπο μια κατάσταση που τον περιέχει.

Η ταινία είναι μια εικαστικά και ηχητικά άρτια αφήγηση ενός ιστορικού γεγονότος, η οποία πραγματώνεται μέσα από τρία διακριτικά subplots. Η στεριά, η θάλασσα και ο αέρας είναι οι τρεις πυλώνες της αφήγησης αυτής, και μοιάζουν να πρωταγωνιστούν ως τόποι κι έννοιες πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τα πρόσωπα ως δρώντα υποκείμενα. Η μετατόπιση του κέντρου βάρους από τους ανθρώπους-ηθοποιούς (όχι ότι κι αυτοί δεν έχουν τη σημασία τους, βέβαια) στο πεδίο των αισθήσεων, ξένισε πολλούς, ωστόσο δίνει στην ταινία αυτό που την κάνει ξεχωριστή. Φιλοσοφικό βάθος και στοχαστική ποιότητα. Σημασία δεν έχουν μεμονωμένα περιστατικά και πρόσωπα, αλλά η συνολική αίσθηση κι αντίληψη της μάχης σε μια εμπόλεμη συνθήκη.

Ο πόλεμος είναι πόλεμος, η φρίκη και η οδύνη του είναι γνωστές κι έχουν αποτυπωθεί πολλάκις στο σινεμά, με φοβερή παραστατικότητα. Το ανθρώπινο δράμα σε close-up γεννά μεν πληθώρα συναισθημάτων, αλλά προσωποποιεί τόσο πολύ την πράξη του πολέμου, που αποσπά την προσοχή από το συνταρακτικό εύρος του. Η ματιά του θεατή καταλήγει σφηνωμένη στο στενό πλαίσιο ενός μικρόκοσμου, συναρπαστικού αλλά περιοριστικού. Ενώ, δηλαδή, τα πολεμικά love stories, οι προσωποκεντρικές διηγήσεις και οι ηρωικοί παιάνες εστιάζουν στο λίγο και ατομικό προκειμένου να φανταστούμε το πολύ, ο Nolan κάνει το αντίστροφο: Μας δίνει το πολύ και αχανές σε πρώτο πλάνο, περιγράφοντας ακροθιγώς μερικές εστίες λίγου. Το αποτέλεσμα είναι κάπως αφηρημένο, αλλά πνευματικά διεγερτικό και συναισθηματικά ισορροπημένο. Αν έχεις την κατάλληλη διάθεση, σε γεμίζει δέος και σε διδάσκει χωρίς όμως να ’ναι διδακτικό.

Παρ’ όλη την απόσταση, όμως, που κρατά ο Nolan από τoν κραυγαλέο συναισθηματισμό, ο διακριτικός κι αποκεντρωμένος τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει η Δουνκέρκη τον ρόλο του ατόμου στον πόλεμο, καταλήγει να αναδεικνύει ακόμη πιο μύχια συναισθήματα από αυτά που αναδεικνύουν οι δακρύβρεχτες σκιαγραφήσεις. Η λιποψυχία μπροστά στην τερατώδη πρόκληση της αναμέτρησης με τον θάνατο, ο συμφεροντολογισμός στο πεδίο της μάχης, η ντροπή αυτού που επιζεί, κι άλλα αντιηρωικά ψυχολογικά στοιχεία περνάνε στο αίμα σου πολύ πιο άμεσα κι αποτελεσματικά όταν περιγράφονται σε ψυχρό context σαν αυτό που δημιουργείται στην ταινία. Η μαγεία του μοντέρνου, υποθέτω, που απλώς πρέπει να την πάρεις με καλό μάτι για να σε συνεπάρει.

Η εγκεφαλική-εικαστική προσέγγιση της ιστορίας της Δουνκέρκης από τον Nolan, σε αντίθεση προς μια ενδεχομένως πιο παραδοσιακά δραματουργική -που θα σήμαινε περισσότερο δάκρυ και συναισθηματικό σαματά-, οδήγησε πολλούς στο να κράξουν την ταινία, με διάφορα προσχήματα. Διάβασα και άκουσα προσεκτικά πολλές απόψεις και μου έμειναν κυρίως αυτές:

Σε κάποιους δεν άρεσε το μοντάζ. “Πολύ μπερδεμένο, πλάνα ανάκατα, μόνο η μουσική το έσωζε”. Μερικοί πάλι, χαλάστηκαν απ’ το ελλειπτικό σενάριο. Θεώρησαν αδυναμία του έργου το ότι δεν βασίστηκε σε μια πιο στιβαρή κι αναλυτική ανθρώπινη ιστορία, παρά αρκέστηκε σε τρία αφαιρετικά subplots. Άλλοι αγανάκτησαν με τον “φορμαλισμό” του Νόλαν. Η ταινία παραείναι όμορφη, τα τεχνικά μέρη παραείναι προσεγμένα, τα εφέ παραείναι άψογα. Κάτι δεν πάει καλά, κάποιο πρόβλημα προσπαθούν να μας κρύψουν.

Σεβαστά όλα, αλλά νομίζω ότι απ’ όλες τις παρατηρήσεις διαφεύγει το πιο ουσιώδες: Η παράμετρος της σκοπιμότητας. Μήπως τα παραπάνω δεν είναι αδυναμίες, αλλά συνειδητές επιλογές; Χμ, ίσως η γραμμικότητα και η μασημένη τροφή να μην είναι θέσφατο. Η αποτύπωση του νοήματος δεν σημαίνει απαραίτητα πως σκηνοθεσία-μοντάζ-θεατής πρέπει να πορεύονται χέρι-χέρι. Ίσως η “σεναριακή έλλειψη” να μην είναι σφάλμα αλλά το όραμα ακριβώς του δημιουργού. Και ίσως, τελικά, ο εστετισμός που αποπνέει η Δουνκέρκη να μην είναι αυτοσκοπός (όχι ότι θα ’ταν κακό κάτι τέτοιο) αλλά το μέσο προς τον σκοπό.

Δεν είναι εύκολο να σου αρέσει η Δουνκέρκη, κι αν έλειπε και το όνομα του σκηνοθέτη της θα ήταν ακόμη πιο δύσκολο. Ούτε ζητούμενο είναι, πάντως. Γιατί πρέπει να σου αρέσει μια ταινία αν δεν σου αρέσει; Δεν υπάρχει λόγος. Υπάρχει όμως λόγος να διατηρούμε τα γούστα και τα κριτήριά μας, χωρίς να ανάγουμε την ευαρέσκεια ή τη δυσαρέσκειά μας σε υποχρέωση του δημιουργού προς συμμόρφωση. Δεν είναι σφάλμα ό,τι δεν μας αντιπροσωπεύει. Με τον ίδιο τρόπο που δεν είναι πρότυπο τελειότητας ό,τι μας αντιπροσωπεύει. Για το δικό μου μυαλό, πάντως, η Δουνκέρκη λειτούργησε όπως (φαντάζομαι ότι) επιδρά ο φυσικός χυμός στον οργανισμό. Ευεργετικά, και σα να διέγραψε από το ιστορικό μου μερικές απ’ τις βλακείες που είχα καταναλώσει προηγουμένως.


Άρης Αλεξανδρής