,

Η Ηριάννα και η εθνική μας ξερολίαση: Γιατί ο κόσμος μιλάει τόσο πολύ όταν δεν ξέρει τίποτα;

Ακόμα μια φορά που η ακρισία στέφθηκε βασίλισσα των social media

Υπόθεση Ηριάννα: Τα social media και η εθνική μας ξερολίαση

Ένα πολύ κακό γνώρισμα των social media είναι ότι έχουν νομιμοποιήσει πλήρως τη φλυαρία. Οι άνθρωποι πλέον μιλάνε απλώς επειδή μπορούν. Η ύπαρξη ακροατηρίου, η εμπειρία της κοινότητας, το δέλεαρ της επιδοκιμασίας, έχουν καταργήσει τις ηθικές αναστολές και τα λογικά φίλτρα που άλλοτε θα έθεταν χρήσιμους περιορισμούς στην έκθεση διά του λόγου. Έτσι, η ακατάσχετη πάρλα αποτελεί από μόνη της δικαίωμα και κίνητρο.

Η φλυαρία, όμως, δεν παραμένει ούτε στάσιμη ούτε άκακη.

Εξελίσσεται, και όχι μόνο ποσοτικά: Αλλάζει ποιότητες. Μέσα από τη συνήθεια και την εκπαίδευση στην άμετρη έκφραση, μετασχηματίζεται σε άποψη. Και σύντομα, γεμίζουμε με ανθρώπους που τοποθετούνται για πραγματικά, κρίσιμα ζητήματα, με την ίδια άνεση και τις ίδιες εγκεφαλικές διεργασίες που θα τοποθετούνταν για οτιδήποτε άλλο.

Από πολύτιμο δικαίωμα, η ελευθερία του λόγου σταδιακά γίνεται απερίσκεπτος εθισμός. Απόψεις διατυπώνονται για να διατυπωθούν, με τους εκφραστές τους να έχουν ξεχάσει ότι, ω ναι, το δικαίωμα προσφέρει πέρα από τη θετική του πλευρά, και την αρνητική του: την επιλογή να μην το ασκήσεις. Και υπάρχουν πολλοί λόγοι να μην ασκήσεις το δικαίωμα, με βασικότερο έναν: Την έλλειψη γνώσης.

Η υπόθεση της Ηριάννας είναι ένα τρανταχτό παράδειγμα του πώς η άποψη για την άποψη και η ανυπαρξία αυτοπεριορισμού παρακάμπτουν ασύδοτα τον προαπαιτούμενο ογκόλιθο της γνώσης, φέρνοντας στον κόσμο του δημόσιου λόγου τέρατα. Η αλαζονεία του κακομαθημένου ξερόλα διδάσκει ότι για να μιλήσεις χρειάζεται μόνο να το θες και να ακούγεσαι. Η βολική αυτή διδαχή κουμπώνει άνετα στην πνευματική οκνηρία της μάζας, δίνοντας στην τελευταία κάθε ευλογία να γίνει το πιο εύκολο και νοσηρό πράγμα: Ένας μικρομέγαλος συρφετός που μιλάει για τα πάντα, και μάλιστα με απόλυτη πεποίθηση ότι έχει δίκιο (!), γνωρίζοντας όμως ελάχιστα ή και τίποτα.

Ζούμε στην εποχή της ιδεολογικοποίησης του παραληρήματος,

το οποίο μάλιστα προστατεύεται ως παιδί της ελευθερίας του λόγου, αντί να απομονώνεται ως εκτροπή και κατάχρησή της. Στο τέλος, η βλακεία που κάποιος έβγαλε από την κοιλιά του εξισώνεται αξιακά με τη δόκιμη επιχειρηματολογία εκείνου που γνωρίζει για τι μιλάει. “Όλες οι απόψεις είναι σεβαστές”, άρα ας αντικρούσει ένας τραγουδιστής το δελτίο καιρού κι ας μιλήσει ένας μικροβιολόγος για αρχιτεκτονική.

Η Ηριάννα συνελήφθη, δικάστηκε, και καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό. Αυτά είναι τα δεδομένα. Από τα υπόλοιπα στοιχεία που περιλαμβάνονται σε δεκάδες σελίδες δικογραφίας, γνωρίζουμε μόνο αποσπασματικές πληροφορίες που, ερασιτεχνικά κι υποκειμενικά ερμηνευμένες, σπρώχνονται στη δημοσιότητα από πλευρές που έχουν προαποφασίσει είτε ότι η Ηριάννα είναι αθώα είτε ότι είναι ένοχη. Ακολούθως, ανάλογα με τις φαντασιώσεις και τον ιδεολογικό του προσανατολισμό, ο καθένας βγάζει αυθαίρετα πορίσματα για ένα νομικό ζήτημα σε εξέλιξη. Κάτι μάθαμε για μισό αποτύπωμα κι από την πανεπιστημιακή έδρα του καναπέ μας γνωρίζουμε αν είναι επαρκές αποδεικτικό στοιχείο ή ανεπαρκές αποδεικτικό στοιχείο ή το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο.

Ένα τσίρκο παραλογισμού, μία βιομηχανία αυτοθωπείας και τελικά παραπλάνησης, στη βάση του δόγματος της αποψάρας. Η γνώση ως πρόκριμα περιττεύει, σημασία έχει το post-truth πάθος μας για έκρηξη αυτοεπιβεβαίωσης.

Ουσιαστικά, αυτό που συμβαίνει είναι ότι η πολιτική υφή της νομικής επιστήμης έχει δώσει σε τρομακτικά πολύ κόσμο την εντύπωση ότι δεν πρόκειται για επιστήμη. Facebook και twitter feeds αναστενάζουν υπό το βάρος αμείλικτων κρίσεων σχετικά με την επάρκεια των αποδεικτικών μέσων και την εγκυρότητα των δικαστικών αποφάσεων, διατυπωμένων ως επί το πλείστον από άτομα με μηδαμινή κατάρτιση και πληροφόρηση. Ναι, ένας δικαστής μπορεί να σφάλει, με τον ίδιο τρόπο που ένας πιλότος μπορεί να ρίξει το αεροπλάνο ή ένας γιατρός μπορεί να χάσει τον ασθενή. Αυτό, όμως, ούτε καταργεί την αυθεντία της επιστήμης ούτε επιτρέπει στο λαϊκό αίσθημα να την αντικαταστήσει. Το λάθος δεν διορθώνεται με λάθος. Οι άσχετοι δεν γίνονται ειδήμονες όταν οι ειδήμονες αποτυγχάνουν.

Υπάρχει κόσμος που εμπιστεύεται το σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Υπάρχει και κόσμος που δεν το εμπιστεύεται. Κάποιοι το εκτιμούν ανάλογα με το αν οι αποφάσεις του συμπίπτουν με τις προσδοκίες τους. Άλλοι πάλι διαφωνούν με τον νόμο ή δυσανασχετούν με τη νομιμότητα την ίδια. Μπορεί, βέβαια, να εμπιστεύεσαι το Δίκαιο αλλά όχι τους λειτουργούς του. Θεμιτή η ποικιλία. Στην πραγματικότητα, όμως, κανείς πλην των εμπλεκόμενων δεν γνωρίζει τι τρέχει με την Ηριάννα. Και κανείς πλην ελάχιστων δεν γνωρίζει τι στοιχεία υπάρχουν εναντίον και υπέρ της. Και δεν θα ‘πρεπε κιόλας να τα γνωρίζει. Έτσι λειτουργεί ο θεσμός στο πλαίσιο της δημοκρατίας. Δεν είναι ότι λειτουργεί άψογα ούτε ότι λειτουργεί κατ’ ανάγκην εσφαλμένα. Είναι ότι δεν λειτουργεί συμμετοχικά και με κοινό, με αμεσοδημοκρατικούς όρους ριάλιτι. Αλίμονο αν ο κόσμος μπαινόβγαινε στη φυλακή με βάση τι μοιάζει πιθανό/λογικό/σωστό στους σχολιαστές των social media, ή με βάση τα επίπεδα συμπάθειας-αντιπάθειας που προκαλεί στο κοινό.

Η βεβαιότητα ενός τυχαίου χρήστη του facebook (έκπληξη, τυχαίοι είμαστε σχεδόν όλοι) για την ενοχή ή την αθωότητα της Ηριάννας, δεν είναι άποψη. Γιατί δεν βασίζεται σε στοιχεία, αλλά σε διασκορπισμένες διαδικτυακές ενδείξεις ποτισμένες με μπόλικη ανακρίβεια, μεροληψία και πολιτικούς συναισθηματισμούς. Είναι ένας ευσεβής πόθος. Αλλά κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσουμε να επιβάλλουμε τη φαντασία μας στην πραγματικότητα, ακόμη κι αν έχουμε ταλέντο στο να εκλογικεύουμε τη διαδικασία αυτή.

Μπορεί να νομίζουμε ότι τα ξέρουμε όλα, αλλά τις περισσότερες φορές κάποιος άλλος έχει γεννηθεί, μορφωθεί, εργαστεί πριν από μας, και ξέρει καλύτερα. Πάλι καλά.

Άρης Αλεξανδρής