,

Λένα Κιτσοπούλου: Iδιοφυές θεατρικό τρολ ή κουραστικό trend; Και τα δύο

Με αφορμή την τελευταία παράστασή της, Τυραννόσαυροι Rex, στο Εθνικό

Τυραννόσαυροι Rex: Είναι η Λένα Κιτσοπούλου ένα μεγαλοφυές τρολ ή απλά υπερεκτιμημένη;

Η Λένα Κιτσοπούλου είναι ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος. Ένα θεατρικό υπερτρόλ που σαρκάζει νεοελληνικές παθογένειες, πατροπαράδοτες νοοτροπίες και νοσηρά σύνδρομα, χωρίς κανένα έλεος. Δεν λυπάται κανέναν, δεν χαρίζεται, μας φτύνει στα μούτρα και το ευχαριστιέται. Και έχει και δίκιο γιατί για φτύσιμο είμαστε. 

Η νέα της παράσταση Τυραννόσαυροι Rex έχει περιλάβει κάθε τι τρέχον, επίκαιρα ή διαχρονικά ελληνικό. Από την ελληναρίστικη μικρόνοια και τον εθνικό μας ναρκισσισμό μέχρι την πνευματική σαπίλα, την κοινωνική υποκρισία και τη documenta. Κράζει κράζει κράζει, χτυπάει σε πολλά επίπεδα ταυτόχρονα, και μέσα από σκληρές αλληγορίες περιγράφει την περιρρέουσα και τόσο οικεία παρακμή.

Και κάπου εκεί, δυστυχώς, η προσφορά της τελειώνει.

Γιατί το έργο είναι μόνο αυτό: Κράξιμο. Δεν μας κάνει σοφότερους, δεν μας λέει κάτι που δεν ξέρουμε, δεν μας ερεθίζει καλλιτεχνικά. Απλώς ουρλιάζει το προφανές, σαν ένας οργισμένος έφηβος που δεν αντέχει άλλο.

Ναι, στην εποχή της μετα-αλήθειας, το προφανές δεν είναι δα και τόσο αυτονόητο. Ένα έθνος που πιστεύει πως το σύμπαν του οφείλει, οι μικροαστοί που τρέφονται ασμένως με πνευματικά σκατά, η κίβδηλη τέχνη που υποδύεται το πολιτιστικό απαύγασμα, δεν είναι φαινόμενα αμελητέα. Ίσα ίσα, ενδεικτικά σήψης είναι, και μακάρι να τα έκραζαν περισσότεροι. Στην τέχνη, όμως, σημασία δεν έχει μόνο η ιερότητα του σκοπού. Έχει και το μέσον. Γιατί αυτό είναι που διακρίνει οντολογικά την καλλιτεχνική δημιουργία από το status update στο facebook. Κι εκεί χωλαίνει κάπως η Κιτσοπούλου.

Οι τηλεοπτικής σύλληψης βρισιές, ο στερεοτυπικά χιουμοριστικός παρενδυτισμός (άντρας ντυμένος μπαλαρίνα ας πούμε), οι γκαρίδες, και το σκηνικό weirdness (δέκα άτομα προσποιούνται πως σφίγγονται για δέκα λεπτά), δεν είναι, βέβαια, ταμπού ή επιλήψιμα. Κάθε εργαλείο είναι ευπρόσδεκτο στη δημιουργική διαδικασία. Αρκεί, όμως, να το χρησιμοποιείς συνετά και με μέτρο. Αρκεί να προωθεί μια δράση, να στρώνει έναν μύθο, να σπρώχνει το μυαλό κάπου.

Τα πολλαπλά επίπεδα του στοχασμού της Κιτσοπούλου (που είναι αδιαμφισβήτητα) δεν είναι αρκετά για να θεραπεύσουν ή να νομιμοποιήσουν τη σεφερλική αισθητική και το εκβιαστικό χιούμορ. Ακόμη κι αν τα τελευταία εξυπηρετούν έξυπνους συμβολισμούς, ακόμη κι αν αποτελούν ειρωνικές απεικονίσεις της πραγματικότητας που ψέγει, γίνονται κουραστικά κι ανούσια, εφόσον πάνω στη σκηνή είναι ΤΑ ΜΟΝΑΔΙΚΑ εκφραστικά της μέσα. Μπορεί αυτή η σάτιρα να λειτουργεί στις παρέες, αλλά το όμοιο δεν καταπολεμά το όμοιο. Είναι το θέατρο ομοιοπαθητική; Αγιάζει ο καταγγελτικός σκοπός τα πενιχρά μέσα;

Σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, ένιωθα άβολα και σχεδόν ενοχικά για τις στιγμές που γέλασα. Όχι από συντηρητισμό, ούτε από το σοκ της ωμότητάς της. Δεν ταρακουνήθηκα από κάτι, δεν με ξεβόλεψε κάποια αποκάλυψη. Δυσανασχέτησα επειδή έβλεπα βαθιά νοήματα να αποτυπώνονται παιδαριωδώς και άτεχνα. Η ουσία ήταν εκεί, αλλά η αφήγηση είχε την ανωριμότητα του δεκάχρονου που διαβάζει χωρίς σταματημό ανέκδοτα στο κυριακάτικο τραπέζι για να τον προσέξουν οι μεγάλοι. 

Επίσης ένιωσα και λιγάκι προσβεβλημένος. Όχι, δεν ήταν η εικόνα των ηθοποιών να τρώνε σκατά μέσα από μία τουαλέτα (αιχμή κατά της σύγχρονης τέχνης) που με προσέβαλε. Ούτε η επιθεωρησιακή μπαναλιτέ της δημιουργού που απευθύνεται στο κοινό αυτοπροσώπως για να θάψει τα είδη τέχνης που αντιπαθεί, προκειμένου να εισπράξει γελάκια επιβεβαιωτικά του rant της. Ήταν η σκέψη ότι η δημιουργός με είχε εκεί, της διέθεσα μαζί με άλλους τον πολύτιμο χρόνο μου, κι αυτή δεν είχε τι να με κάνει. Με εξάντλησε με γυμνασιακό χαβαλέ και δεν με συγκίνησε καθόλου. Τι κι αν είχε πολλά και εύστοχα να μου πει, τελικά παρέμεινε στο ίδιο επίπεδο με το αντικείμενο της κριτικής της. Η Κιτσοπούλου σαρώνει τη μίζερη πραγματικότητα, αλλά δεν βρίσκει τον τρόπο να την υπερβεί.

Η φωνή της Λένας Κιτσοπούλου είναι σημαντική και δεν πρέπει να σιγήσει. Πρέπει όμως, νομίζω, να φιλτράρει λίγο καλύτερα το πάθος της. Την ασχήμια την αναπαράγουν πολλοί. Από την τέχνη, ωστόσο, ζητάμε να μας προτείνει κάτι άλλο στη θέση της.

Άρης Αλεξανδρής