,

The Handmaid’s Tale: Μια σατανικά αιχμηρή ματιά στην καταπίεση και τον φεμινισμό

και μερικά μαθηματάκια γαματοσύνης από την Elisabeth Moss

The Handmaid's Tale, ένα πανέξυπνο τηλεοπτικό σχόλιο για την αναγκαιότητα του φεμινισμού

Δεν υπάρχει εχέφρων άνθρωπος που να αντιτίθεται στα ιδεώδη του φεμινισμού, όταν μάθει τι ακριβώς πρεσβεύουν. Η ισότητα των φύλων, η κατάρριψη των στερεοτύπων, η καταπολέμηση του σεξισμού και ο τερματισμός της καταπίεσης είναι αιτήματα απολύτως κατανοητά από ένα ενήλικο και δημοκρατικό μυαλό. Πρέπει να είσαι δραματικά υπανάπτυκτος και αναλφάβητος, ή απλώς φασίστας για να έχεις πρόβλημα με μια αυτονόητη έκφανση των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Παρ’ όλα αυτά, σήμερα ο φεμινισμός έχει προσλάβει ορισμένες αρνητικές συνδηλώσεις. Πέρα από τις κλινικές περιπτώσεις που τον εχθρεύονται ιδεολογικά, πολύς κόσμος ακούει τη λέξη και μορφάζει, χωρίς να διαφωνεί απαραίτητα με την ουσία της. Είναι λες κι ένα πολύ κακό μάρκετινγκ έχει χαντακώσει ένα αδαμάντινο προϊόν. Με λίγα λόγια, υπάρχουν φεμινίστριες και φεμινιστές που δεν νιώθουν να τους αντιπροσωπεύει ο φεμινισμός ως κίνημα. Τι στο καλό συμβαίνει;

Αφήνοντας στην άκρη την κινηματική ρητορική, το The Handmaid’s Tale κάνει μια προσπάθεια να νοηματοδοτήσει εκ νέου την επίμαχη έννοια, περιγραφικά. Ο φεμινισμός που αναδεικνύεται ως αφήγηση (με την εύλογη, συμβολική υπερβολή της μυθοπλασίας) και όχι ως ξύλινο κήρυγμα, έχει κάτι καινούργιο και αφάνταστα διεισδυτικό. Ειδικά αν ερμηνεύσουμε τη σειρά ως παραβολή, δεν μπορούμε να μη χαμογελάσουμε πικρά με τον υπαινικτικά αιχμηρό τρόπο που θίγει το ζήτημα της γυναικείας καταπίεσης.

Σε μια δυστοπική διάσταση, όχι πολύ διαφορετική χρονικά από τη δική μας, ένα αλλόκοτο πραξικόπημα ανατρέπει κάθε κοινωνική και πολιτική ισορροπία στις ΗΠΑ. Οι γυναίκες χάνουν την ελευθερία και τα δικαιώματά τους, και απορροφώνται από έναν πατριαρχικό μηχανισμό που τους επιβάλλει συγκεκριμένο ρόλο. Οι “τυχερές” επιτελούν ρόλο συζύγου, κάποιες χρησιμοποιούνται ως υπηρετικό προσωπικό σε πλούσια σπίτια, κάποιες άλλες μετατρέπονται σε όργανα επιβολής της τάξης, άλλες στέλνονται στις μυστηριώδεις “αποικίες”, ενώ η πρωταγωνίστρια ανήκει στην κατηγορία των handmaids. Οι handmaids αποτελούν ένα επίλεκτο σώμα γόνιμων γυναικών (χαρακτηριστικό σπάνιο στο σύμπαν της σειράς), που χωρίζονται από τις οικογένειές τους κι έπειτα μοιράζονται σε σπίτια της υψηλής κοινωνίας, επιφορτισμένες με το καθήκον να κυοφορήσουν το παιδί των αρχηγών της κάθε οικογένειας, στη θέση των συνήθως στείρων συζύγων τους.

Βιασμοί, αστυνομοκρατία, θεοκρατία, αυταρχισμός, στέρηση στοιχειωδών δικαιωμάτων, εκκαθαρίσεις αντιφρονούντων, δημογραφικά προβλήματα και κλειστά σύνορα συνθέτουν ένα ζοφερό τοπίο, μέσα στο οποίο ο χαρακτήρας της (πραγματικής πρωταγωνίστριας του Mad Men) Elisabeth Moss ψάχνει κίνητρα και τρόπους να επιβιώσει. Κι ενώ το κάνει αυτό, ο ορισμός της πατριαρχίας ξεδιπλώνεται γύρω της πιο παραστατικά και ουσιαστικά από οπουδήποτε αλλού στην τηλεόραση.

Γιατί το The Handmaid’s Tale προβαίνει σε μια γενναία και κάπως αντιδημοφιλή (στο φεμινιστικό κίνημα) παραδοχή: η πατριαρχική καταπίεση ασκείται στις γυναίκες από τους άνδρες, αλλά όχι μόνο από αυτούς. Ασκείται και από τις γυναίκες. Δευτερευόντως δε, η πατριαρχία πλήττει και τους ίδιους τους άντρες, ακόμα κι εκείνους που τυγχάνουν καταπιεστές.

Το γεγονός ότι ο καταπιεζόμενος υιοθετεί την καταπιεστική συμπεριφορά και την εφαρμόζει με την ίδια προθυμία στον εαυτό του αλλά και σε όσους μπορεί να εξουσιάσει, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο ο κλασικός πομπός της πατριαρχικής πρακτικής αποδεικνύεται υποχείριο και θύμα της, φανερώνουν μια παρεξηγημένη αλήθεια: Η πατριαρχία δεν είναι ούτε ιδεολογία ούτε χαρακτηριστικό φύλου (αν και απορρέει από το ανδρικό αρχετυπικά). Η πατριαρχία είναι νοοτροπία που δηλητηριάζει και το θύμα και τον θύτη, ενώ φορείς της μπορούν να είναι και οι άνδρες και οι γυναίκες.

Παρ’ όλη την παραφορά της εξουσίας και των προνομίων του, ο commander παραμένει μια δυστυχισμένη φιγούρα, ένα δυσλειτουργικό άτομο, που αδυνατεί να ικανοποιηθεί υπαρξιακά απ’ την ακραία πατριαρχική κοινωνία που ο ίδιος εγκαθίδρυσε. Καταδυναστεύει τις γυναίκες ως κατώτερές του, αλλά στην πραγματικότητα τις έχει πολύ περισσότερο ανάγκη ψυχολογικά και πρακτικά απ’ ό,τι αυτές εκείνον. Η όλη ισχύς του είναι πλασματική, το στάτους του είναι μια φενάκη. Η γυναίκα του, από την άλλη, πλήττεται ευθέως από τον δεσποτισμό του, αλλά κι αυτή δεν διστάζει να φερθεί εξίσου τυραννικά στις ιεραρχικά κατώτερες από αυτήν γυναίκες. Ουσιαστικά, ακολουθεί το αξιακό παράδειγμά του, εφαρμόζοντάς το με αλλαγμένες μεταβλητές. Το ίδιο και η Aunt Lydia. Η πατριαρχία ανακυκλώνεται σε ένα πλαίσιο λανθάνοντος μιμητισμού, κυκλοφορεί περήφανη ή και ινκόγκνιτο, μεταδίδεται από τον έναν στον άλλο και μολύνει αδιακρίτως. Δεν είναι ο σκοπός, είναι το μέσον.

Πάνω απ’ όλα, όμως, το The Handmaid’s Tale παίζει αξιοπρόσεκτη μπάλα σ’ ένα σουρεαλιστικό γήπεδο που η παγκόσμια πολιτική συγκυρία έχει πια καταστήσει εντελώς υπαρκτό κι επίκαιρο: Εκείνο το παραλογισμού και της δυνατότητάς του να εδραιώνεται.

Πλέον, το εξωφρενικό δεν είναι και τόσο απίθανο, οι βεβαιότητες και τα κεκτημένα δεν μοιάζουν όσο έμπεδα έμοιαζαν παλαιότερα. Οι απανταχού Τραμπ της οικουμένης το επιβεβαιώνουν, άλλωστε. Ο κόσμος αποδεικνύει καθημερινά πόσο εύκολα και δραστικά μπορεί να αλλάξει, και η ιστορία της handmaid διατυπώνεται σαν άσκηση ετοιμότητας που επιχειρεί να μας υποψιάσει για όσα ενδέχεται να έρθουν. Το χάος βρίσκεται πιο κοντά απ’ ό,τι νομίζουμε. Δεν αποκλείεται να το κουβαλάμε ήδη μέσα μας.

Άρης Αλεξανδρής