,

Το Feud και το ασήκωτο βάρος του να παρακμάζεις σιγά σιγά

Γιατί η πιο witty σειρά της σεζόν δεν είναι μόνο αυτό

Feud: Η Jessica Lange και η Susan Sarandon στην πιο witty σειρά της σεζόν

Ζούμε σ’ έναν κόσμο γεμάτο ζόμπι. Τέως σπουδαίοι άνθρωποι σέρνουν καθημερινά εκτός απ’ το νικημένο σαρκίο τους, και μια υποψία από αυτό που ήταν κάποτε, στην πιο θλιβερή μορφή του. Αλλοτινά είδωλα διαφημίζουν φτηνιάρικες κρέμες για να τα προσέξουμε, τεράστιοι ηθοποιοί ριζοσπαστικοποιούνται απ’ το πουθενά και στηρίζουν Τραμπ σαν μουτζαχεντίν τηλευαγγελιστές, καλλιτέχνες που κάποτε ενέπνεαν με το έργο τους, προμοτάρουν κόμματα, καβγαδίζουν στο facebook, ξεφτιλίζονται. Ακόμα και οι καλοί φίλοι μας μωραίνονται. Κυκλοφορούν εκεί έξω σαν γελοιογραφίες του εαυτού τους, και σκοτώνουν κάθε μέρα κι από λίγο όποια ανάμνηση γέννησε το αραχνιασμένο μεγαλείο τους. Σε άλλους φθίνει το ταλέντο, σε άλλους χάνεται το μυαλό. Το γήρας (πρόωρα ή στην ώρα του) επελαύνει φθείροντας και διαφθείροντας, κι όλο αυτό μοιάζει σαν κανόνας με στατιστικά απίθανες εξαιρέσεις.

Εκ πρώτης όψεως, το Feud είναι ένα αρχετυπικά camp θέαμα. Η Jessica Lange και η Susan Sarandon αναβιώνουν την κόντρα των Joan Crawford και Bette Davis όπως αυτή καλλιεργήθηκε στα γυρίσματα του What Ever Happened to Baby Jane και εξελίχθηκε στα χρόνια που ακολούθησαν. Όμως, είτε ήταν στις προθέσεις του Ryan Murphy είτε όχι, η ουσία της σειράς δεν βρίσκεται εκεί. Στην πραγματικότητα, ό,τι μένει από το απολαυστικό Feud είναι μια μελαγχολική μελέτη της παρακμής. Μια ματιά στον τρόπο που οι άνθρωποι διαχειρίζονται την ήττα τους απέναντι στον χρόνο που τους διαβρώνει και την πραγματικότητα που τους ξεπερνάει αναπόφευκτα.

Βλέποντας το Feud, το πιο εύκολο είναι να σταθείς στις (υπερβολικά δραματοποιημένες, κάποιες φορές) διαμάχες της Joan και της Bette. Και δικαίως, γιατί είναι ξεκαρδιστικές, ακαταμάχητα μικροπρεπείς και άριστα δοσμένες υποκριτικά από την Lange και τη Sarandon που έτσι κι αλλιώς είναι μανούλες στο witty παίξιμο. Ωστόσο, αν μπεις στον κόπο να εξετάσεις λίγο πιο ενδελεχώς αυτό το ποπ διαμαντάκι (κόντρα στο ταμπού που θέλει να δεχόμαστε οτιδήποτε καλογυαλισμένα εμπορικό με μια εστέτ επιδερμικότητα) θα ανακαλύψεις έναν ολόκληρο κόσμο πικρών συμβολισμών. Αυτό συνέβη σε μένα τουλάχιστον. Το Feud άφησε μέσα μου ένα αποτύπωμα παραβολής:

Η επιτυχία, η ομορφιά, το ταλέντο, τα χρήματα, η δημοτικότητα, είναι όλα τους μεγέθη σχετικά και πεπερασμένα. Όσες βουτιές κι αν κάνεις μέσα τους, όσο κι αν κολυμπήσεις στα νερά τους, ποτέ δεν τα χορταίνεις και ποτέ δεν τα απολαμβάνεις απολύτως. Όποιος κι αν είσαι, ό,τι κι αν έχεις κάνει στη ζωή σου, η δόξα ανήκει μόνο στον εαυτό της. Φλερτάρει μαζί σου αλλά δεν σου χαρίζεται εφ’ όρου ζωής, γιατί πάντα υπάρχει ένας επόμενος που τη διεκδικεί με μεγαλύτερες αξιώσεις. Και την κερδίζει, μέχρι να βρεθεί ο μεθεπόμενος που θα διαιωνίσει τον ατέλειωτο κύκλο της πρόσκαιρης ικανοποίησης.

Η δόξα για την οποία ζουν, σκοτώνουν και σκοτώνονται η Joan και η Bette, δεν τις εγκαταλείπει απλώς. Δεν φεύγει όπως ήρθε. Αντιθέτως, παίρνει μαζί της κάτι, τη ζωτική τους δύναμη μάλλον, η οποία είχε μάθει να υπάρχει για να τις φωταγωγεί ως περιζήτητες celebrities υπεράνω ανθρώπινων περιορισμών. Χωρίς τη δόξα τους είναι άδειες, δεν έχουν λόγο ύπαρξης, φυτοζωούν σαν πρεζόνια ψάχνοντας εναγωνίως για μια ακόμη δόση.

Δύο stars που είχαν τα πάντα, τώρα παρακαλάνε για ρόλους, ενδίδουν σε φρικτές προτάσεις απλώς για να συντηρηθούν, χειραγωγούν κόσμο, δηλητηριάζουν τους αγαπημένους τους ανήμπορες να καταλάβουν ότι δεν είναι μόνες τους στη Γη, και μισιούνται παράφορα βλέποντας η μία στο πρόσωπο της άλλης την αντανάκλαση των ελλείψεων και των ματαιωμένων τους ονείρων. Ο εγωτισμός αποδομείται ορμητικά κι αξιολύπητα, όπως ακριβώς χτίζεται όταν οι συγκυρίες της νιότης το επιτρέπουν.

Η σοφία έρχεται πολύ αργά, όταν πια δεν έχεις τι να την κάνεις. Η σκηνή προς το τέλος, με τη γερασμένη Joan να ξυπνάει το βράδυ στο σκοτεινό της διαμέρισμα -υπό την επήρεια παραισθήσεων- για να βρει όλους εκείνους που στιγμάτισε και την στιγμάτισαν να την περιμένουν στην τραπεζαρία της, είναι η πεμπτουσία όλου του έργου. Δεν έχει να κερδίσει τίποτα από αυτούς, το ίδιο κι αυτοί από εκείνη. Η φήμη, η ματαιοδοξία και τα κέρδη βρίσκονται τώρα σ’ ένα καράβι που έχει σαλπάρει προ πολλού, μαζί με τις κακότητες που έστρωσαν μια ζωή γεμάτη παράλογα άγχη, μίση κι ανταγωνισμούς. Η Joan συναντάει στο δυσοίωνο σπιτάκι της τους αιώνιους frenemies της, απογυμνωμένους από κάθε στοιχείο αντιπαλότητας, κι επιτέλους τους βλέπει όπως έπρεπε να τους δει απ’ την αρχή. Ως φίλους. Τίποτα δεν έχει σημασία. Τίποτα δεν είχε ποτέ σημασία. Είχαν όλοι τους μια ζωή και τη σπατάλησαν σαν πιόνια μιας εχθροπαθούς κουταμάρας, ανώτερης από αυτούς. Έπρεπε να φτάσει στο τέλος της ζωής της για να το καταλάβει.

Κατά έναν τρομακτικό αλλά και λυτρωτικό, παράλληλα, τρόπο (κι όμως, συμβιβάζονται αυτά τα δύο) η ιστορία της Bette και της Joan είναι μια γενναία δήλωση συμφιλίωσης με την αποσύνθεση. Δεν είναι ωραίο να χάνεις όλα όσα σε κάνουν σημαντικό στα μάτια των άλλων (και μέσα από αυτά, και στα δικά σου), αλλά είναι αναπόδραστο. Στο τέλος όλοι τα χάνουν όλα. Και η συνειδητοποίηση της ματαιότητας σ’ όλο αυτό το κυνήγι, είναι μάλλον η μοναδική στιγμή αξιοπρέπειας καθ’ όλη τη διάρκειά του. Ίσως γι’ αυτό τον λόγο, η Bette κέρδισε τις εντυπώσεις στο τέλος. Ήξερε πού έμπλεκε και δεν έτρεφε αυταπάτες.

Άρης Αλεξανδρής