,

Η Σώτη Τριανταφύλλου και οι σταυροφόροι της πολιτικής ορθότητας

Σκέψεις πάνω στην ελευθερία του λόγου και τον αντιρατσιστικό περιορισμό της

Μήνυση υποβλήθηκε ενάντια στη Σώτη Τριανταφύλλου για υποκίνηση βίας

Θρησκείες και θρησκευόμενοι που νιώθουν να απειλούνται από δηλώσεις και σχόλια εναντίον του δόγματός τους, έχουν μεγάλο υπαρξιακό πρόβλημα, το οποίο δεν αφορά τους αντιφρονούντες, αλλά τις ίδιες τις θρησκείες και τους θρησκευόμενους. Έχουν πρόβλημα ταυτότητας και αυτοπροσδιορισμού.

Η πίστη που κλονίζεται από την αντίθετη μ’ αυτήν γνώμη, δεν είναι ακριβώς πίστη με την βαθιά πνευματική έννοια που συνεπάγεται ο όρος. Είναι ένα ανασφαλές κοινωνικό στάτους σε σχέση εξάρτησης με την επιβεβαίωση που προτίθεται ή δεν προτίθεται να του παράσχει η κοινωνία. Ένα αντιδημοφιλές μπαρ που επιρρίπτει την ευθύνη της κακοδαιμονίας του στους πελάτες που δεν συμπαθούν τα ποτά του.

Ο αντιρατσιστικός νόμος ως μέσο καταπολέμησης του ρατσισμού έχει δύο πολύ προβληματικά σημεία.

Το πρώτο έχει να κάνει με την αποτελεσματικότητά του ως εργαλείου: Συγκεκριμένα, ο ρατσισμός δεν καταστέλλεται με επιλεκτικές τιμωρητικές εκστρατείες εις βάρος όσων αυθαίρετα κρίνεται πως τον παράγουν. Είναι υποκριτικό να πιστεύουμε ότι μια βαθιά ριζωμένη πολιτισμική παθογένεια αντιμετωπίζεται ορθά μέσα από την κατάπνιξη των συμπτωμάτων της. Ο ρατσισμός είναι τέκνο μιας εκτεταμένα δηλητηριασμένης παιδείας και το κυνήγι μεμονωμένων περιπτώσεων ανθρώπων που λένε κακές λεξούλες δεν καθιστά την ηθική σήψη μιας ολόκληρης κοινωνίας λιγότερο βρωμερή. Απλώς κουκουλώνει το πρόβλημα, δίνοντας την εντύπωση πως “κάτι γίνεται” γι’ αυτό, ενώ στην πραγματικότητα δεν γίνεται τίποτα. Σαν ασπιρίνη κατά του καρκίνου.

Το δεύτερο και πιο επίκαιρο πρόβλημα της νομικής τυποποίησης του αντιρατσισμού είναι το ανεξέλεγκτα ευρύ φάσμα των εγκλημάτων που δύναται να περιλάβει. Ο νόμος τιμωρεί την “υποκίνηση, πρόκληση, διέγερση ή προτροπή σε πράξεις ή ενέργειες που µπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, µίσος ή βία κατά προσώπου ή οµάδας προσώπων, που προσδιορίζονται µε βάση τη φυλή, το χρώµα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, το σεξουαλικό προσανατολισµό, την ταυτότητα φύλου ή την αναπηρία…”

Πέρα από τα βαριά και κραυγαλέα περιστατικά (παπάδες που κηρύττουν από το βήμα τους πόλεμο στους “ανώμαλους” γκέι π.χ), αντιλαμβανόμαστε άραγε πόσο εύκολα μπορεί να διασταλεί κατά το δοκούν η έννοια της υποκίνησης βίας κατά ατόμων που ενδέχεται να ανήκουν σε κάποια από τις “επικίνδυνες” κατηγορίες; Πόσο λεπτή είναι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε έναν πραγματικό ρατσιστή που διασπείρει μίσος και σ’ έναν άνθρωπο που τολμάει να αρθρώσει άποψη, το αντικείμενο της οποίας εμπίπτει στο προστατευόμενο πλαίσιο; Ας μην ξεχνάμε ότι ζούμε στην Ελλάδα, τη χώρα όπου οι πολίτες διαχωρίζουν τη βία σε καλή και κακή ή καταγγέλλουν ως φασισμό ό,τι δεν τους πολυαρέσει.

Όποιος δεν αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο που διατρέχουν να μετατραπούν σε κυνήγι μαγισσών οι διώξεις βάσει του αντιρατσιστικού νόμου, αρκεί να ρίξει μια ματιά στην περίπτωση της Σώτης Τριανταφύλλου. Η Σώτη αρθρογραφεί συστηματικά κατά του Ισλάμ. Δεν θίγει πρόσωπα, δεν επιτίθεται άκριτα. Αντιθέτως, επιχειρηματολογεί εναντίον ενός δόγματος που βρίσκει απάνθρωπο και κοινωνικά νοσηρό, τόσο ως προς την ακραία όσο κι ως προς τη μετριοπαθή εκδοχή του. Σ’ ένα από τα άρθρα της, χρησιμοποίησε καθ’ υπερβολήν το quote φανατικός μουσουλμάνος είναι αυτός που σου κόβει το κεφάλι, ενώ μετριοπαθής είναι εκείνος που σε κρατάει για να σου κόψουν το κεφάλι, που εσφαλμένα απέδωσε στον Μάρκο Πόλο. Ο αντιρατσιστικός νόμος έδωσε νομικό έρεισμα σ’ έναν κατ’ επάγγελμα ευαίσθητο να της κάνει μήνυση για υποκίνηση βίας!

Είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί κανείς με τις απόψεις της Σώτης (οι οποίες ασφαλώς δεν συμπυκνώνονται σε ένα χωρίο out of context, που δεν αποτελεί καν δική της αξιολογική κρίση), είναι σαφές ότι δεν υποκίνησε με κανέναν τρόπο βία εναντίον κανενός. Η βία είναι αυτό ακριβώς που η Σώτη καταγγέλλει (εύστοχα ή άστοχα, δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα, εμπεριστατωμένα ή μη, αυτό είναι υπό συζήτηση). Η αρθρογράφος εκφράζει με τα επιστημονικά της εργαλεία την προσωπική της γνώμη για μια θρησκεία και τα αξιώματά της. Δεν αναγκάζει κανέναν να τη συμμεριστεί ούτε προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που δεν καλύπτεται από την ελευθερία του λόγου.

Είναι επίσης σαφές ότι η όποια σφοδρή (λεκτική) επίθεση προς το Ισλάμ δεν συνιστά απαραίτητα ρατσισμό, ακόμη κι αν δώσουμε στον ρατσισμό την πιο καταχρηστική εννοιολογική ερμηνεία. Δεν το καταγγέλλουμε, δηλαδή, επειδή είναι ιδεολογικά διαφορετικό ή επειδή δεν μας αντιπροσωπεύει αισθητικά. Δεν επιθυμούμε το κακό εκείνων που το ασπάζονται ούτε αποστρεφόμαστε το ξένο. Ω ναι, υπάρχει περίπτωση να καταφερόμαστε εναντίον του στον βαθμό που αυτό προσβάλλει θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και βάλλει κατά της δικής μας ελευθερίας. Δυστυχώς το σενάριο αυτό δεν συμφέρει τις μανιχαϊστικές φαντασιώσεις περί καλών-κακών, αγγέλων-σατανάδων, τρυφερών ανθρωπιστών-φασιστικών γουρουνιών.

Η ανθρώπινη βλακεία έχει τη δυσάρεστη ικανότητα να γεννά περισσότερα προβλήματα απ’ όσα θεραπεύουν οι -έτσι κι αλλιώς μικρές- πρόοδοι του πολιτισμού. Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο  περιρρέων ρατσισμός έχει καταφέρει διπλό πλήγμα στην κοινωνία. Αφενός έχει σπείρει το μίσος, αφετέρου την κερδοσκοπία. Και η περιστολή της ελευθερίας του λόγου, τάχα μου για το καλό μας, είναι χαρακτηριστικό της δεύτερης. Η πολιτική ορθότητα χρησιμοποιείται πλέον απρόσκοπτα ως εργαλείο επιβολής ατζέντας, και το ανθρωπιστικό προκάλυμμα είναι αυτό που κρύβει τα πραγματικά κίνητρα της διωκτικής της μανίας. Υπάρχουν, δηλαδή, άνθρωποι που βγάζουν καλά λεφτά εφευρίσκοντας θύματα και κατασκευάζοντας κακούς λύκους, με τις μειονότητες να αποτελούν ιδανική δεξαμενή επιλογής θυμάτων προς υπεράσπιση.

Την ώρα δε, που η στρατευμένη καλοσύνη αποκαθιστά επαγγελματικά τους σταυροφόρους της πολιτικής ορθότητας και πωρώνει κάμποσους επίδοξους λογοκριτές, η αντανακλαστική αντίδραση που αυτή επιφέρει, εκλέγει τους Τραμπ κι ενδυναμώνει τις Λεπέν του κόσμου. Η αστυνόμευση του λόγου, με λίγα λόγια, δεν διορθώνει προβλήματα, απλώς προκαλεί ασφυξία και τσουβαλιάζει δίκαιους και άδικους. Το ένα φέρνει το άλλο, η ανοησία εξαπλώνεται, το κακό σιγά σιγά νικάει.

Ωραία η ευαισθησία υπέρ των αδύναμων, ακόμη καλύτερη όταν απουσιάζει η σκοπιμότητα και οι αδύναμοι είναι όντως αδύναμοι. Η ανθρωπιστική μέριμνα, πάντως, θέλει μέτρο για να μην εκπέσει σε ζηλωτισμό, και οι διώξεις προδίδουν ένα κάποιο πρόβλημα στο ζύγι. Η ελευθερία του λόγου υπεράνω θρησκειών δεν χρήζει προστασίας μόνο στην περίπτωση του Παστίτσιου. Κι ας είναι πιο trendy και λαοφιλής από τη Σώτη.


Άρης Αλεξανδρής