,

Η περίπτωση του Κυριάκου Μητσοτάκη: Πότε καταλαβαίνει κανείς ότι είναι κατώτερος των περιστάσεων;

Παρακολούθησα τη χθεσινή συζήτηση στη Βουλή για τη διαφάνεια και τη διαπλοκή, και το θέαμα ήταν απογοητευτικό. Βρισκόμαστε στο έλεος μιας χυδαίας κι ανίκανης κυβέρνησης, με μια αντιπολίτευση θλιβερά ανώριμη, με κρίση ταυτότητας και έλλειψη στρατηγικής.

Στη σύγχρονη πολιτική, κι αυτό το βλέπουμε και σε διεθνές επίπεδο τώρα μέσα από τη σύγκρουση Clinton-Trump, έχει επικρατήσει ένα πνεύμα αγοραίας αντιπαράθεσης, έχει παγιωθεί η φτήνια ως δόκιμη πολιτική έκφραση. Χτυπήματα κάτω από τη ζώνη ανέκαθεν υπήρχαν, αλλά πλέον η πρακτική του αλληλοκραξίματος δείχνει να έχει ιδεολογικοποιηθεί και αντιμετωπίζεται ως θεμιτή κανονικότητα. Οι πολιτικοί αρχηγοί πια συμπεριφέρονται σαν περσόνες των social media. Xρησιμοποιούν την επιχειρηματολογία ως ευγενικό συμπλήρωμα, αλλά βασικά πορεύονται με κακότητες, τιποτένιες προσβολές, πυροτεχνήματα του δευτερολέπτου και “τάπες”. Κανείς δεν μοιάζει να ’χει καταλάβει ότι το μέλλον ανήκει αλλού.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης φάνηκε λίγος, ανυπόμονος, ανέτοιμος και σε σύγχυση. Προσπαθώντας να πλήξει τον Τσίπρα και να κερδίσει το επικοινωνιακό παιχνίδι, αναλώθηκε σε μικροπρεπείς ad hominem επιθέσεις, σαχλές συγκρίσεις προσόντων, σκανδαλοθηρικές καταγγελίες και λυκειακής ποιότητας αντεγκλήσεις, ξεχνώντας ότι αυτό το πεδίο διένεξης και ανάδειξης ανήκει στον Τσίπρα εξ ορισμού. Δεν νικάς τον κάφρο μιμούμενος τον κάφρο, γιατί μεταξύ γνήσιου και παρενδυτικού προβάδισμα θα έχει πάντα ο γνήσιος, του οποίου ο βούρκος αποτελεί φυσικό βιότοπο.

Ο τρόπος να αφανιστεί ο Τσίπρας και κάθε αντίστοιχος λαϊκιστής είναι γυρνώντας την πλάτη (και ενθαρρύνοντας και τους άλλους να πράξουν παρομοίως) στις πρακτικές του, όχι υιοθετώντας τες μπας και σε ευνοήσουν όπως αυτόν. Το ζητούμενο από αυτόν που θα κοντράρει με αξιώσεις τον Αλέξη Τσίπρα δεν είναι να τον χτυπήσει με τα ίδια του τα όπλα (η μάχη στην καλύτερη περίπτωση θα είναι αμφίρροπη, αλλά πάντως ευτελής και μη παραγωγική) αλλά να μετατοπίσει το κέντρο βάρους της αντιπαλότητας στην πίστα που ο Τσίπρας δεν κατέχει: Στους αριθμούς, την ακριβολογία, το σχέδιο, την ειλικρίνεια, τον ρεαλισμό. Εκεί είναι που σκοντάφτει με το παραμικρό ο Τσίπρας, εκεί είναι που αποτυγχάνει παταγωδώς καθημερινά. Και πάνω σ’ αυτή τη βάση θα τεκμηριωθεί (ή όχι) η διάσταση ανάμεσα στον Τσίπρα κι έναν κανονικό πολιτικό. Προσοχή, κανονικό πολιτικό, όχι ικανό ή σπουδαίο. Σ’ αυτή τη φάση στερούμαστε το στοιχειώδες, γυρεύουμε επιστροφή απ’ το λούμπεν στο νορμάλ, κι ούτε αυτό δεν φαίνεται δυνατό!

Μέλημα του Μητσοτάκη θα έπρεπε, λοιπόν, να είναι η απτή, γεωμετρημένη πολιτική και η επεξεργασία της με σοβαρότητα. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της κυβέρνησης είναι ο ερασιτεχνισμός, η άγνοια και η μπακαλοσύνη της. Όχι η επικοινωνία της (ζωή να ’χει η προπαγάνδα). Το έλλειμμα αξιοπιστίας της, επομένως, είναι που οφείλει να καταγγείλει όποιος την αντιπολιτεύεται, κι αυτή δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολη δουλειά, ειδικά τώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ έχει βγάλει ολομόναχος τα μάτια του. Το να προσπαθείς να αποδείξεις σαν κακός απουσιολόγος ότι ο Τσίπρας είναι στούρνος, εκτός από περιττό (το αποδεικνύει άλλωστε ο ίδιος εναργώς) είναι και αποπροσανατολιστικό. Μια εμμονική μικροπολιτική κατινιάς, που αν και δεν ψεύδεται καθόλου, διαιωνίζει το καφριλίκι που συντηρεί τον ΣΥΡΙΖΑ. Και το παραμικρό ψήγμα υβριστικής επικοινωνιακής πολιτικής είναι μια ψήφος υπέρ του μπάχαλου, μια τονωτική ένεση στον Τσίπρα που πάνω στο μπάχαλο έχτισε ό,τι τώρα απολαμβάνει.

Ένας επίδοξος ηγέτης δεν ασχολείται με τα ατομικά ελλείμματα και προσόντα του αντιπάλου του, όσο δελεαστικό κι αν είναι. Δεν τον τιμά με υπερανάλυση, δεν τον καταξιώνει προσέχοντάς τον διαρκώς. Αφήνει το διαπροσωπικό stalking στα τρολ, το αναγκαίο κράξιμο στους υφιστάμενούς του, και εστιάζει ακάθεκτος κι απερίσπαστος στο δικό του όραμα (αν αυτό υπάρχει, βέβαια). Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν φεύγει με συριζαϊσμούς. Δεν πειράζεις τα παιχνίδια που έχει αφήσει στο τραπέζι, αλλά εμπνέεσαι δικά σου εργαλεία, τα κατασκευάζεις, και τα αφήνεις να εκτοπίσουν τα παιχνίδια των άλλων, επαναπροσδιορίζοντας και το παιχνίδι στο σύνολό του. Το στοίχημα του Μητσοτάκη και οποιουδήποτε άλλου στη θέση του δεν είναι απλώς να υπερκεράσει τον Τσίπρα σε εκλογική δύναμη (αυτό έρχεται εύκολα κι εξίσου εύκολα παρέρχεται όπως έδειξε πολλάκις η ιστορία). Το στοίχημα έγκειται στη διαμόρφωση και την προαγωγή μιας νέας πολιτικής κουλτούρας, που μέχρι να γίνει κουλτούρα ας διαδοθεί έστω ως μια απλή τάση, που όμως θα είναι αρκετή για να αναβαθμίσει τον ανταγωνισμό και να φωτίσει εκείνους που την εισηγούνται.

Και, όχι, για να επισκιάσεις πολιτισμικά τον αντίπαλο, οδηγώντας συνακόλουθα το εκλογικό σώμα σε νέα, ορθολογική κατεύθυνση, δεν αρκεί να επικαλεστείς τα πτυχία σου. Ίσα ίσα, τέτοιες επικλήσεις είναι ενδεικτικές παιδείας που πέρασε και δεν ακούμπησε αλλά και ντροπιαστικής, ντροπιαστικότατης προσωπικής ανασφάλειας. Η πνευματική υπεροχή εγγράφεται έμπρακτα -και δεν εννοώ με τακτικισμούς και κουτοπονηριές σαν του συριζαϊκού επιτελείου- αλλά με προσεκτικό σχεδιασμό και συνέπεια σ’ αυτόν. Η κατασκευή του αντι-Τσίπρα μπορεί να μοιάζει φιλόδοξο πρότζεκτ σε όσους έχουν μάθει να πολιτεύονται με παλαιικούς όρους, όμως η αλήθεια είναι ότι, ευχαριστούμε, αλλά κανείς δεν τον ζήτησε.

 


Άρης Αλεξανδρής

  • gimo

    Το καλύτερο πολιτικό κείμενο των τελευταίων ημερών. Πόσο δίκιο έχεις.

  • Wasteland

    Curly έχεις δίκιο. Όμως η ν.δ θεωρεί πως αν επιτεθεί επικοινωνιακά στον ανεκδιήγητο πορδηπουργό, θα πλήξει συνολικά την κυβέρνηση. Όπως παλιότερα ο βούδας της Ραφήνας ταυτίζονταν με όλη τη ν.δ και το κυβερνητικό έργο. Όσο για τη νέα πολιτική κουλτούρα, sorry αλλά με αυτό το εκλογικό σώμα θα αργήσει πολύ να εμφανιστεί.
    ΥΓ: keep writing, είσαι καταπληκτικός κ στα σοβαρά κ στα αστεία!

  • jammamon

    ναι και είχαμε τόσες ελπίδες για τον όποιο άνθρωπο θα έβγαζε πρόεδρο η ΝΔ

  • Kerx

    Πάντως αυτό που γράφεις, ακριβώς αυτό ανέφερε και στη δευτερολογία του. Είπε πως δεν θα κυλιστούμε στη λάσπη που θα ήθελε ο Τσίπρας, θα κρατήσω το επίπεδο πιο ψηλά. Ίσως τον κατσάδιασαν και άλλοι στο ενδιάμεσο. Σημασία έχει η ουσία όμως, ακόμα και στην ερώτηση για το αν πιστεύει πως ένας δικαστικός θα πρέπει να αφουγκράζεται το κοινό αίσθημα και το θυμικό, απάντησε με την εξυπνάδα πως ο Ρουσώ δεν μίλησε για διάκριση εξουσιών.
    Γενικά αν έπεσε το επίπεδο του Μητσοτάκη 1 μονάδα σε αυτή την συζήτηση, το επίπεδο του Τσίπρα έπεσε στα επίπεδα Trump για πρώτη φορά.
    Τελειώνοντας ο καθένας έχει το ακροατήριό του. Ξεφτιλίζοντας τον Τσίπρα, μπορεί το ακροατήριο αυτό να μην πειστεί να ψηφίσει τον Μητσοτάκη, όμως τον βάζει σίγουρα σε σκέψεις για το αν θα ξαναψηφίσει Τσίπρα.