,

Harry Potter and the Cursed Child: Μια σύντομη (spoiler-free) κριτική

Όποιος περιμένει μια κανονική συνέχεια στο έπος του Harry Potter, όμοια ποιοτικά, ποσοτικά και αισθητικά με τα προηγούμενα εφτά βιβλία, θα απογοητευτεί. Για την ακρίβεια, και μόνο η θεώρηση του Harry Potter and the Cursed Child ως όγδοου βιβλίου αποτελεί μεθοδολογικό σφάλμα προορισμένο να απογοητεύσει, γιατί η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για μία εντελώς διαφορετική κατασκευή που δεν γίνεται να ενταχθεί στη σειρά των κλασικών βιβλίων. Ως σενάριο θεατρικής παράστασης, το νέο βιβλίο διαφοροποιείται δομικά και υφολογικά από τα προηγούμενα, και παρότι θεμελιώνει την ιστορική του βάση στην προίκα τους, εμπεριέχει μια νέα -σε μεγάλο βαθμό αυτονομημένη- ιστορία, την οποία αφηγείται με όρους θεατρικούς. Διάβασα (δηλαδή καταβρόχθισα) το βιβλίο σε λιγότερο από μία μέρα, κι έχοντας αποδεχτεί την ιδιαιτερότητά του στο τεχνικό κομμάτι (είναι script, τι να κάνουμε;) αυτά είναι τα βασικά (spoiler free) ελαττώματα που παρατήρησα σε σχέση με το περιεχόμενο:

-Η ιστορία είναι κάπως απλοϊκή και η πλοκή υπερβολικά στρογγυλεμένη. Το λογοτεχνικό βάθος, οι λεπτές αποχρώσεις και οι έξυπνες πτυχώσεις που απαντούν στα προηγούμενα βιβλία, εδώ απουσιάζουν. Και μαζί τους, απουσιάζει η πνευματική ουσία του έργου. Είναι μια σύλληψη που σίγουρα αποτυπώνεται εντυπωσιακά στη θεατρική σκηνή, αλλά στο χαρτί υστερεί ολοφάνερα. Κάτι λείπει, κάτι δεν επαρκεί, μοιάζει σαν fan-made σενάριο που αν και ευφάνταστο παραμένει ερασιτεχνικό. Πράγμα που με φέρνει στην επόμενη διαπίστωση:

-Η έμπνευση μοιάζει σε πολλά σημεία να μην ανήκει στην J.K Rowling. Ναι, το θεατρικό δεν είναι αποκλειστικά δική της δουλειά, το συνυπογράφει με άλλους δύο, αλλά το πρόβλημα είναι ότι πολλά πράγματα δείχνουν ξένα και παράταιρα. Δεν είναι, δηλαδή, ότι δεν τα σκέφτηκε η ίδια η J.K. Rowling, είναι ότι ποτέ δεν θα τα σκεφτόταν, -δεν μοιάζουν με κάτι που θα έγραφε ποτέ, δεν θυμίζουν Harry Potter. Συγκεκριμένοι χαρακτήρες λένε και κάνουν πράγματα που κανονικά ποτέ δεν θα έλεγαν ούτε θα έκαναν, καταστάσεις διαμορφώνονται με τρόπο ασύμβατο προς το μυθοπλαστικό σύμπαν της Rowling, νοηματικά κενά καλύπτονται βιαστικά και άτεχνα, και γενικά το όλο αφήγημα διέπεται από μιαν αύρα ασυναρτησίας και προχειρότητας. Για πρώτη φορά ένιωσα ότι διαβάζω κάτι που γράφτηκε για να γραφτεί, κι όχι επειδή προέκυψε φυσικά από το σώμα του κυρίως έργου.

-Από συναισθηματικής άποψης, το έργο είναι πολύ γλυκανάλατο και corny για τα δεδομένα του Harry Potter. Η J.K. Rowling είχε πάντα την ικανότητα να πραγματεύεται κάθε λογής συναίσθημα με τρόπο υπαινικτικό, χωρίς να του στερεί, ωστόσο, την ένταση και την πληθωρικότητά του. Μετέτρεπε κατά κάποιον τρόπο τον κλισέ ή μπανάλ συναισθηματισμό σε κάτι σύγχρονο και κουλ, έκανε το κραυγαλέο υποδόριο και το δακρύβρεχτο σιωπηρά ανατριχιαστικό. Δεν παραδινόταν σε εκβιαστικές συγκινήσεις. Σε αντίθεση μ’ αυτά, το Cursed Child έχει μπόλικο εύκολο συναίσθημα που προσιδιάζει σε σαπουνόπερα μάλλον, παρά σε ένα εικονοκλαστικό δημιούργημα που πάντρεψε τόσο ευφυώς το παραμυθικό με το ωμά ρεαλιστικό. Χαρακτήρες αποδομούνται μέσα απ’ την απλούστευση και ένα ολόκληρο ψυχικό υπόστρωμα (που καλλιεργήθηκε για χρόνια) αλλοιώνεται.

-Το νέο έργο περιλαμβάνει πολλές νέες πληροφορίες, αλλά, βασικά, στηρίζεται σε δύο κύρια ευρήματα, εκ των οποίων το πρώτο (δηλαδή τον γιο του Harry) το γνωρίζουμε ήδη από τον τίτλο και την περίληψή του, ενώ το δεύτερο παραμένει κρυφό και το μαθαίνουμε στην πορεία. Δυστυχώς, η ανάπτυξη και των δύο αγγίζει τα όρια της γραφικής αστειότητας, και το χειρότερο είναι ότι τα ευρήματα καθ’ εαυτά είναι ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΑ. Θα μπορούσαν, δηλαδή, να αποτελέσουν γόνιμη βάση για ένα κανονικό όγδοο βιβλίο, για μια άξια συνέχιση του μύθου, αν δεν τα έκαιγαν οι εμπνευστές τους ως θεατρικές καρικατούρες. Σίγουρα αυτό που στο χαρτί μοιάζει απλοϊκό και τετριμμένο, στη σκηνή αναβαθμίζεται από την ερμηνεία και την παραγωγή σε κάτι μεγαλειώδες, αλλά από λογοτεχνικής άποψης το κρίμα είναι κρίμα και το χαράμι χαράμι. Τι βιβλίο θα μπορούσε να γραφτεί πάνω στους δύο αυτούς άξονες!

-Ο πλούτος των προηγούμενων βιβλίων σε αρκετά σημεία λεηλατείται και η παράδοσή τους υπονομεύεται, καθώς παλιά κομμάτια της ιστορίας τραβιούνται από τα μαλλιά προκειμένου να νοηματοδοτήσουν με το ζόρι το νέο έργο. Ελλείψει νέας έμπνευσης, δηλαδή, μπαίνει χέρι στα δεδομένα που χτίστηκαν με κόπο και μαεστρία, κι αυτό επιδρά απομυθοποιητικά στον αναγνώστη, θυμίζοντας παρηκμασμένους καλλιτέχνες που προσπαθούν να αναβιώσουν την επιτυχία τους σκοτώνοντας παλιά hits. Άβολο και κάπως ιερόσυλο.

-Από το έργο λείπει η φιλοσοφική διάσταση. Ο στοχασμός υπερκαλύπτεται από μικροαστικού τύπου συναίσθημα, και το context του έπους γίνεται αφελές και ελαφρώς σαχλό, παραπέμποντας σε ξεχειλωμένη τηλεοπτική σειρά.

-Το τέλος είναι άδοξο. Δεν βάζει τελεία σε κάτι σπουδαίο, δεν δίνει παράταση κι ελπίδα σε κάτι υποσχόμενο, δεν γεννά κάτι εξαιρετικό (συναισθηματικά ή συνειδησιακά). Είναι μια ανέξοδη ολοκλήρωση ενός πράγματος που δεν προσέθεσε κάτι ουσιώδες, παρά μόνο έγινε για να γίνει ανασταίνοντας για λίγο μερικά γνώριμα φαντάσματα.

 

 

Άρης Αλεξανδρής