,

Το πρόβλημα με το Pride και η ελπίδα για εξέλιξη

Παρακολούθησα με ενδιαφέρον μεγάλο μέρος του δημόσιου διαλόγου για το Pride και με έκπληξη (;) διαπίστωσα ότι ο κόσμος το αντιμετώπισε μόνο με ζήλο: Ήταν όλοι βέβαιοι ότι πρόκειται είτε για ντροπιαστικό θέαμα είτε για απαύγασμα πολιτισμού – κανείς δεν κατέφυγε σε ημίμετρα (αλλά ούτε και σε κριτική σκέψη εδώ που τα λέμε). Αισθάνθηκα σχεδόν άβολα που βρίσκω το Pride (όπως είναι) περιττό, χωρίς όμως να το εχθρεύομαι.

Η αισθητικοποίηση των διεκδικούμενων δικαιωμάτων κάνει κακό και στη διεκδίκηση και στα ίδια τα δικαιώματα. Το Pride επί της ουσίας δεν διεκδικεί, είναι μια επαναλαμβανόμενη τελετουργία εσωτερικής κατανάλωσης που απευθύνεται σ’ αυτούς που τη στήνουν και την απολαμβάνουν, αντί να μεταδίδει κάποιο μήνυμα σε όσους υποτίθεται ότι θέλει να συνετίσει (απανταχού ομοφοβικούς, συντηρητικούς, οπισθοδρομικούς εγκεφάλους). Δεν είναι ακτιβισμός, δεν σοκάρει ούτε διαφωτίζει κάποιον, απλώς αναπαράγει στερεότυπα και βοηθάει το κοινό του να εμπεδώσει τις αρχές του, χρησιμοποιώντας τους πολύ δικούς του πολιτισμικούς κώδικες και αφήνοντας στην απ’ έξω όλους εκείνους που ευθύνονται για την καταπάτηση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων. Τι το ακτιβιστικό έχει μια καρναβαλοποιημένη φιέστα τη στιγμή που δεν γίνεται αντιληπτή πέρα από το φάσμα των υποστηρικτών της; Ποια η ουσία της, τη στιγμή που αποξενώνει επικοινωνιακά εκείνους των οποίων την προσοχή θέλει να κεντρίσει;

Το πρόβλημα με το Pride δεν είναι η αισθητική του αυτή καθ’ εαυτήν. Είναι ότι η αισθητική (όποια κι αν είναι αυτή) καβαλάει τον πολιτικό παράγοντα, με αποτέλεσμα το ανθρωπιστικό του υπόβαθρο να υπονομεύεται, φτάνοντας στο σημείο να μη γίνεται καν διακριτό. Τα άρματα, τα στρινγκ, η γύμνια και οι σεξουαλικές αναφορές δεν ενέχουν κάτι εγγενώς κακό, απλώς υποβιβάζουν ένα κοινωνικό αίτημα σε επίπεδο στυλιστικής πόζας. Η στυλιστική ελευθερία είναι κι αυτή δικαίωμα φυσικά, αλλά δικαίωμα κατοχυρωμένο, σε αντίθεση με ένα κάρο άλλα κεφαλαιώδη, που παραμένουν νομικά αδιασφάλιστα, καθώς το glossy show επικαλύπτει την επιτακτικότητά τους.

Η κακή ιεράρχηση αξιών και η σύγχυση του πρωτεύοντος (ταυτότητα φύλου, πολιτικός γάμος, υιοθεσία κλπ) με το δευτερεύον (αισθητική ελευθερία), μέσα σε ένα αμπαλάζ επαναστατικής συνθηματολογίας και μηντιακής πρόκλησης, δημιουργούν ένα κακό μάρκετινγκ που μετασχηματίζει το pride από πολιτικό statement σε εκκεντρικό δρώμενο ειδικού ενδιαφέροντος. Κανείς πέρα από τους fans του δεν το κατανοεί, ενώ ο ανεξοικείωτος με τα ανθρώπινα δικαιώματα κόσμος το βλέπει εχθρικά, γιατί του μιλάει σε άγνωστη γλώσσα.

Πίσω από αυτό το επικοινωνιακό χάσμα (ανθρωπιστές που κηρύσσουν την ισότητα με τρόπο που ερεθίζει αρνητικά όσους την αγνοούν ή της αντιτίθενται ιδεολογικά) κρύβεται ένα δυσάρεστο δίπολο:

Αφενός ο ιδρυματισμός της “gay κοινότητας” που συνεννοείται και ενεργεί με σύμβολα ακατανόητα στους αμύητους, και θεωρεί οποιαδήποτε προσπάθεια συμβιβασμού με τους κώδικες επικοινωνίας των τελευταίων ως νοσηρό ετεροπροσδιορισμό και ρατσιστικό καταναγκασμό. Για τους μεν, δηλαδή, η εικόνα ενός γκέι άντρα με τακούνια μπορεί να ‘ναι ένα πανίσχυρο σύμβολο με δέκα επίπεδα συνδηλώσεων, για τους δε, όμως, μια οπτική φαυλότητα. Το Pride δεν θα εξηγήσει ποτέ το σημασιολογικό περιεχόμενο της παράδοξης εικόνας του γιατί το θεωρεί αυταπόδεικτο. Και γι’αυτό, ο βραδύνους κάγκουρας θα συνεχίσει να το βδελύσσεται, ελλείψει σωστής μετάφρασης και προσιτού αποσυμβολισμού.

Από την άλλη μεριά, πέρα από την ξεροκέφαλη ασυνεννοησία ανάμεσα στους υπερπροοδευτικούς του Pride και τους δογματικούς πολέμιούς του, υπάρχει και ο εμπορικός παράγοντας: Αυτός που θέλει τις ανισότητες επίτηδες οξυμένες και τις μειονότητες να παραμένουν μειονότητες με το ζόρι, γιατί μόνο έτσι θα έχουν λόγο ύπαρξης οι φορείς που βγάζουν λεφτά απ’ τον ακτιβισμό. Χορηγείες, εταιρείες, κονδύλια, επιδοτήσεις, ένας κυκεώνας οικονομικών συμφερόντων με βασικό και αναπόσπαστο συστατικό την αθεράπευτη ετερότητα και τη διένεξη πολιτισμών. Πού θα πήγαινε άραγε όλο αυτό το χρήμα αν η υστερία κατά του Pride κόπαζε και τα δικαιώματα των μειονοτικών ομάδων αναγνωρίζονταν; Κάποιος καχύποπτος θα μπορούσε να υποστηρίξει πως το Pride απευθύνεται επί τούτω σε ορισμένο κοινό, γιατί αν τυχόν έριχνε τα τείχη του και γινόταν κτήμα των πολλών, ίσως και να στερούσε από κάποιους τη μπίζνα τους.

Το Pride ως ιστορία, σύλληψη και έννοια είναι κεφαλαιώδους σημασίας, αλλά ο τρόπος που διεξάγεται είναι παρωχημένος και στείρος. Η συγκολλητική ουσία που λείπει από την ρατσιστικά κατακερματισμένη κοινωνία δεν είναι παραστάσεις γκέι υποκουλτούρας, ούτε τουρλωτοί κώλοι σε άρματα, ούτε πολύχρωμα, δυναμικά τσιτάτα. Αυτό που λείπει, είναι μια γέφυρα που θα ενώσει τους ανθρώπους ανεξαρτήτως φύσης και προσανατολισμού, διάλογος επί ίσοις όροις, διαφάνεια, κατανόηση και εξοικείωση, αμείλικτη εξοικείωση. Όχι άλλοι θεατρινισμοί, όχι άλλες λαμπερές εξτραβαγκάντζες, όχι άλλη δραματοποίηση. Οι γκέι δεν είναι κατ’ ανάγκην τροπικά πουλιά, δεν είναι κινηματογραφικές φιγούρες, δεν είναι υπερσεξουαλικά εργαλεία, δεν είναι αλλόκοτα αινίγματα. Είναι ό,τι όλοι οι άλλοι, τίποτα από τα παραπάνω ή και όλα μαζί, και η παραδοχή αυτής της κανονικότητας φέρει και τη μόνη πιθανότητα αποδοχής της διαφορετικότητας.

Το Pride πρέπει, ασφαλώς, να συνεχίσει να γίνεται όσο υπάρχουν άνθρωποι που εκφράζονται μέσω αυτού. Αν όμως έχει πραγματική πολιτική ατζέντα και δεν αποτελεί απλώς διακοσμητικό έθιμο, ίσως πρέπει να επαναπροσδιορίσει την ταυτότητά του και να αποφασίσει επιτέλους για ποιον γίνεται: Για τα πηγμένα μυαλά και τις ήδη ωριμασμένες συνειδήσεις που θέλουν απλώς λιγάκι κανάκεμα ή για τα καχύποπτα και ιδεοληπτικά μάτια που χρειάζονται νέα προοπτική (και κάποιον να τα ανοίξει);

 

Άρης Αλεξανδρής