,

6 λόγοι που το Spinster είναι το πιο καλό νέο (σχετικά) μπαρ της πόλης

– Τα ποτά του είναι πολύ καλά, πράγμα που πλέον στην Αθήνα μπορείς να το αντιληφθείς εύκολα χωρίς να είσαι ειδικός του αλκοόλ. Αρκεί που δεν ξερνάς μετά ή δεν τα βγάζεις με οποιονδήποτε άλλο τρόπο από μέσα σου. Μιλάω εκ πείρας. Επίσης, όσοι έχουμε μειωμένες αντοχές στο αλκοόλ, μπορούμε να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα για την ποιότητά του από μία απλή ένδειξη: Αν ο οργανισμός μας ζητάει ή αντέχει κι άλλο ποτό μετά το πρώτο. Επιπλέον, οι τιμές είναι εναρμονισμένες με τα υφεσιακά δεδομένα της εποχής (έτσι κατάλαβα τουλάχιστον), γεγονός που φέρνει το Spinster σε ευτυχή αντίθεση με το κύμα των αθηναϊκών μπαρ που χρεώνουν το προϊόν τους σύμφωνα με το βάρος του σε χρυσό.

– Το προσωπικό είναι ευγενικό και οι θαμώνες ανήκουν στην κατηγορία του κοινού που δεν σε φέρνει σε δύσκολη θέση με τη δημόσια παρουσία του. Κι αυτό έχει τεράστια σημασία για τους φιλήσυχους αντικοινωνικούς που ψάχνουν μια ασφαλή γωνία για να πιουν το ποτό τους, χωρίς φωνές, υστερίες και άβολες διαχύσεις. Η δημοτικότητα του Spinster, με λίγα λόγια, δεν είναι τετραπέρατη γιατί το μαγαζί δεν έχει μεταπηδήσει στη σφαίρα του mainstream ακόμη, επομένως ο κόσμος που έρχεται, είναι προς το παρόν συμβατός με την ήρεμη ατμόσφαιρα του χώρου. Οι ορδές άσχετων ατόμων που σκάνε σε ένα μέρος επειδή άκουσαν ότι είναι trendy, για να το καταλάβουν και σταδιακά να το καταστρέψουν αλλοιώνοντας το mojo του (τα φιλιά μου στο BIOS!), δεν έχουν κάνει μέχρι στιγμής την εμφάνισή τους στο Spinster. Ας ελπίσουμε ότι θα αργήσουν κι άλλο.

– Είναι αποκεντρωμένο. Κρυμμένο σ’ ένα στενό πίσω απ’το Δημαρχείο, αφενός καταφέρνει να ξεφύγει απ’ τον καθιερωμένο ιστό της αθηναϊκής νυχτερινής ζωής, αφετέρου δίνει πνοή σε μια άφθαρτη (και καθόλου άσχημη) περιοχή. Η Αθήνα είναι μια πόλη γεμάτη τσιμέντα και αφιλόξενα ντουβάρια. Τουλάχιστον ας τα εναλλάσσουμε για να μην τη βαριόμαστε τόσο.

– Τα παραπάνω συνεπάγονται εύλογα κι ένα συμπληρωματικό ατού: Ακριβώς επειδή το Spinster δεν είναι τοποθετημένο σε κοσμικό σημείο αιχμής, δεν χρειάζεται να κάνεις πασαρέλα μπροστά απ’ τη μισή Αθήνα για να το φτάσεις. Όλο αυτό συμβάλλει, παραδειγματικά ελπίζω, στην κατάργηση της κουλτούρας του αδιάκριτου και συχνά κακεντρεχούς bird watching (στήνομαι στην καρεκλίτσα μου για να δω ποιοι θα περάσουν), δίνοντας πίσω στα μπαρ τον αρχικό τους ρόλο: Εκείνο του προορισμού και όχι του κουτσομπολίστικου στασιδιού.

– Είναι όμορφο και όσο περιποιημένο χρειάζεται. Διακόσμηση εμπνευσμένη από τα 50s, χωρίς όμως στυλιστικές γραφικότητες, βλάχικες επιτηδεύσεις και υπερβολές για την υπερβολή. Δεν άνοιξαν, δηλαδή, οι άνθρωποι έναν τυφλοσούρτη για να ξεπατικώσουν σχέδια, αντικείμενα και φόρμες, προκειμένου να εντυπωσιάσουν με το ζόρι τους ημιμαθείς vintage maniacs της πόλης. Αναβίωσαν με μέτρο και κινηματογραφικό πρίσμα μια ρετρό αισθητική, ώστε ο χώρος να σε παραπέμει σε ταινίες του Κωσταντάρα χωρίς όμως να σε στοιχειώνει και το φάντασμά του καθώς πίνεις το ποτό σου.

– Δεν είναι ποτέ υπερβολικά γεμάτο, υπό την έννοια ότι δεν το ‘χω πετύχει να φιλοξενεί περισσότερο κόσμο απ’ όσο αντέχει. Μεταξύ άλλων, έχω πάει Σάββατο βράδυ και απόγευμα καθημερινής, και διαπίστωσα ότι ακόμα κι όταν έχει μπόλικο κόσμο, η κατάσταση είναι διαχειρίσιμη και δεν σου προκαλεί ασφυξία ή την ανάγκη να μεταναστεύσεις αλλού. Τώρα το καλοκαίρι μάλιστα οι πόρτες ανοίγουν κι ο κόσμος στέκεται κι απ’ έξω, χωρίς όμως αυτό να θυμίζει την τσίπικη χιπστερομιζέρια των προηγούμενων ετών. Επιμέλεια και carefreeness, σοβαρότητα και χαλαρότητα, όλα στις σωστές τους δόσεις.

 

 

Άρης Αλεξανδρής