,

H Εθνική Ελλάδος του Καπουτζίδη είναι στρατευμένη τέχνη

Αυτό που κάνει φέτος ο Καπουτζίδης στην τηλεόραση, είναι ένας τολμηρός άθλος που αξίζει συγχαρητήρια. Δεν πιστεύω ότι η σειρά του έχει σπουδαία καλλιτεχνική αξία· το σενάριο είναι κάπως βαρετό, ο πυρήνας του θυμίζει τις προηγούμενες δουλειές του (μια παρέα ετερόκλητων προσώπων ενώνεται για την επίτευξη ενός κοινού σκοπού) και οι ερμηνείες δεν είναι ιδιαίτερα καλές. Το γεγονός, όμως, ότι ως δημιουργός τολμάει να διατυπώσει ένα τόσο καταγγελτικό κοινωνικοπολιτικό statement σε μια συντηρητική τηλεόραση που λογοκρίνει φιλιά, και ενώπιον μιας ρατσιστικής κοινής γνώμης που κατασπαράζει οτιδήποτε παρεκκλίνει από τις απαρχαιωμένες της αντιλήψεις, είναι αξιοθαύμαστο. Και θέλει γερά αρχίδια.

Με έναν μάλλον άτσαλο και κραυγαλέο, αλλά εντελώς συγκινητικό τρόπο, ο Καπουτζίδης περιέλαβε όλες τις πληγές της εγχώριας ανθρωπιστικής κρίσης, τη φτώχεια, την ανεργία, τον σεξισμό, τον φυλετικό ρατσισμό, την ομοφοβία, το bullying, ακόμα και το -όχι και τόσο δημοφιλές- topic των ΑμεΑ, σε μια οδυνηρά ρεαλιστική ιστορία που σε φέρνει αντιμέτωπο με την φρίκη της καθημερινότητας, χωρίς να την ωραιοποιεί ή να τη φιλτράρει.

Το συνταρακτικό με την Εθνική Ελλάδος, εκείνο δηλαδή που καθιστά τόσο εύστοχες τις κοινωνικές της αναφορές, είναι ότι κάθε περιστατικό μοιάζει βιωμένο εκ των έσω και όχι με την άνεση του αμέτοχου παρατηρητή ή την υπερβολή του ηδονιστή της τέχνης. Καταστάσεις και συναισθήματα, δηλαδή, αποδίδονται σε ποσότητες αντιπροσωπευτικές της αλήθειας, χωρίς να αλλοιώνονται από αμέλεια ή επίτηδες. Όλο αυτό δείχνει ότι κάποιος έζησε όντως προτού γράψει – δεν άφησε απλώς τη φαντασία του να οργιάσει.

Παράλληλα, ο ρατσισμός, η βία και η ηλιθιότητα της μάζας δεν αναπτύσσονται αοριστολογικά (όπως συνηθίζεται), τάχα για να τα συνδέσουμε μόνοι μας με τις ρίζες τους (αλλά στην πραγματικότητα για να γλιτώσει το κράξιμο ο δημιουργός). Αντίθετα, ο Καπουτζίδης έχει τα κότσια να συνδέσει τα θλιβερά φαινόμενα που περιγράφει, με τους ίδιους τους Έλληνες, αποδίδοντάς τους ευθέως τις ευθύνες τους για το χάλι τους, και κρατώντας απέναντί τους αντικειμενικά επικριτική στάση. Την ώρα που άλλα δημόσια πρόσωπα χρησιμοποιούν τη δύναμή τους για να χαϊδέψουν τα αυτιά του κόσμου στον οποίο απευθύνονται, ο Καπουτζίδης ρισκάρει την εικόνα του και κοντράρεται στα ίσα με το κατεστημένο (που στην τελική, θα του δώσει τηλεθέαση), σερβίροντάς του ωμά τα σκατά που αυτό γεννάει σε καθημερινή βάση.

Παρακολουθώντας τη σειρά δεν γέλασα (το χιούμορ είναι κάπως επιτηδευμένα ατακαδόρικο και προκατασκευασμένο, δεν βγαίνει φυσικά), ούτε παρασύρθηκα απ’ την πλοκή, αλλά αφοσιώθηκα σ’ αυτήν και κρατήθηκα στη θέση μου, από θαυμασμό για την προοδευτικότητα του Καπουτζίδη και για τον τρόπο που εξέθεσε τον ίδιο του τον εαυτό στο αιμοσταγές πλήθος. Όλο το εγχείρημα σου δίνει την εντύπωση πως ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος βαρέθηκε τη μικρόνοια και την υποκρισία της κοινωνίας που ζει, και χωρίς ίχνος κόμπλεξ αποφάσισε να αναπαράγει αυτούσιο το μοντέλο της εθνικής παράνοιας μπροστά στα μάτια του έθνους, μπας και ξυπνήσει κανείς από τον ύπνο του. Μου φαίνεται πως η σειρά είναι απλώς ένα πρόσχημα, το κατάλληλο πάτημα μάλλον, για να βγει αυτός ο άνθρωπος εκεί έξω και να τα “χώσει” παραστατικά, περικλείοντας στο χώσιμο όλα εκείνα που πηγαίνουν κατά διαόλου γύρω του, αλλά κανείς μέχρι τώρα δεν μπήκε στον κόπο να θίξει επαρκώς.

Αξίζει, δε, να σημειωθεί ότι ο Καπουτζίδης δεν αποστασιοποιήθηκε ερμηνευτικά από τη ζοφερή αλήθεια που ανακινεί στο έργο του, αλλά έπεσε με τα μούτρα σ’ αυτήν, επιφυλάσσοντας στον εαυτό του τον άβολο ρόλο του γκέι, και μάλιστα του σύγχρονου και “κανονικού”, όχι της αστείας καρικατούρας που θα τέρψει χωρίς να προβληματίσει. Και πάλι ο χαρακτήρας του φέρνει στην επιφάνεια μια γνήσια αγανάκτηση (που ενδέχεται να είναι και αυτοβιογραφική) και για όσους μπορούν να ταυτιστούν με αυτόν βιωματικά, εγγράφεται στη σειρά περισσότερο σαν στεντόρεια κραυγή κατά της κοινωνικής καταπίεσης, παρά σαν καλλωπιστικό ή λειτουργικό στοιχείο του δράματος. Όλο το δημιούργημά του αποτελεί μια νευρώδη και ασυμβίβαστη διαμαρτυρία που, με το προκάλυμμα της mainstream τηλεοπτικής παραγωγής, εισβάλλει σε σπίτια και συνειδήσεις πιο διεισδυτικά απ’ οποιοδήποτε άλλο προϊόν δημόσιου λόγου.

Δεν ισχυρίζομαι ότι άλλαξε κάτι στην ελληνική τηλεόραση, οι πυλώνες της εξακολουθούν να εδράζονται στα νοητικά και ηθικά θεμέλια του μέσου Έλληνα, κι εφόσον η πνευματική πρόοδος του τελευταίου παραμένει απογοητευτική, απογοητευτική θα συνεχίσει να ’ναι και η τηλεόραση. Σε αυτόν στοχεύει εξάλλου, κι απ’ τη στασιμότητά του βγάζει λεφτά – δεν θα την συνέφερε λογιστικά να αποπειραθεί να τον εξελίξει. Στρατευμένα παραδείγματα, όμως, σαν αυτό της Εθνικής Ελλάδος, μοιάζουν με καλούς οιωνούς στο τοπίο της τηλεοπτικής και, κατ’ επέκταση κοινωνικής, σήψης. Σαν κερδισμένες μάχες σ’ έναν πόλεμο χαμένο από χέρι. Και για τέτοιες ευχάριστες αναλαμπές αξίζει να χαιρόμαστε λιγάκι.

Άρης Αλεξανδρής