,

Το Kitty Cat είναι το πιο μπανάλ και άθλιο νέο μπαρ της πόλης

Pretentious βλαχόμπαρο στην καρδιά του Αθηναϊκού τίποτα που προσπαθεί να πείσει ότι απευθύνεται σε κάτι παραπάνω από μπατίρηδες νεόκοπους χίπστερζ, με τα πιο επαρχιώτικα και ξεπερασμένα μέσα. Θυμίζει δημιούργημα χωριάτη γαιοκτήμονα (στην Κομοτηνή για παράδειγμα) που έχει όλα τα μαγαζιά της πλατείας, αλλά αποφάσισε να φιλοτεχνήσει πλουσιοπάροχα τη ναυαρχίδα του, opos sto ameriki, για να εντυπωσιάσει το ψαρωμένο φοιτηταριό.

Στην είσοδο σε περιμένουν τρεις overdressed γκόμενες με την ψευδαίσθηση μεγαλείου πωλήτριας της Luisa, που παρ’ όλη την ερημιά, σε βάζουν να σταθείς πίσω απ’το σχοινάκι (το οποίο δένουν επιδεικτικά καθώς πλησιάζεις) και να περιμένεις. Όσο εσύ αναρωτιέσαι τι είναι αυτό που περιμένεις (πιθανότατα να οξυγονωθεί ο εγκέφαλός τους), αυτές σε ρωτάνε αν έχεις κάνει κράτηση ή αν βρίσκεσαι σε κάποια λίστα. Λίστα. Λίστα. Στην Αθήνα του 2015 που βρωμάει τσίσα και κουτσουλιά, σε μια περιοχή όπου οι κακόμοιροι άστεγοι είναι περισσότεροι από τα ενεργά κύτταρα όλων των wanna-be-important αθροισμένων, η πορτιέρισσα σε ρωτάει αν είσαι σε λίστα. Ότι ας πούμε έκλασε η Carrie Bradshaw και φύτρωσε posh exclusiveness στην ποντικότρυπα της Ψωροκώσταινας, ανάμεσα στο χεσμένο πεζοδρόμιο και τον ακάλυπτο της κυρίας Σκαλούμπακα. Απαντάς ότι φυσικά δεν είσαι σε τίποτα απ’τα δύο και ως διά μαγείας δεν υπάρχει πρόβλημα (hello, ούτε λίστες ούτε κρατήσεις υπάρχουν), απλά να μωρέ, πρέπει να πληρώσεις εισοδο. Όχι, δεν ήρθες σε χοροεσπερίδα της δαπ νδφκ του ΤΕΙ Κοζάνης με καλεσμένους τους Vegas, είσαι απλώς σ’ αυτό που οι Αθηναίοι ορίζουν ως hot νυχτερινό spot – δηλαδή ένα κράμα γλυφαδιώτικης καγκουρίλας circa 2005 και new age conceptual ψευτοψαγμενίλας. Δέχεσαι να πληρώσεις είσοδο, αλλά τα Mean Girls δεν σε αφήνουν ακόμα να μπεις μέσα, πρέπει να περιμένεις την αρμόδια -που είναι ειδικά επιφορτισμένη με το καθήκον της είσπραξης- προτού κάνεις ακόμα ένα βήμα προς το εσωτερικό του μαγαζιού. Ωωω μαλάκα μου τι κυρίλα, μιλάμε κόμπλαρα!

Μπαίνεις τελικά μέσα και παρατηρείς ότι ο χώρος είναι στημένος με τον ίδιο μπαρόκ τρόπο που θα ήταν στημένο και το στούντιο ενός τηλεπαιχνιδιού στα 90s: Επιβλητικοί δράκοι, κόκκινοι τοίχοι, χρυσές λεπτομέρειες – ένα ογκώδες ασιατικό κιτς απλώνεται από άκρη σ’άκρη για να εντυπωσιάσει όσους καυλώνουν με την παραμικρή υπόνοια αλλοδαπής εικαστικής αναφοράς, και θεωρούν προκαταβολικά αξιέπαινο και συναρπαστικό κάθε παρενδυτικό στοιχείο που προσπαθεί να φανεί αυθεντικό με όχημα την cultίλα. Από τα ηχεία ακούγονται παλιά hits της Adele και του Mika (δεν υπάρχουν νέα, άλλωστε), πράγμα που πάνω-κάτω σε πείθει για το πόσο συνεπές είναι το μέρος στην μυστηριακή αισθητική του brand που τόσο περιπαθώς προμοτάρει (με πληρωμένα άρθρα κ.λ.π).

Ο σερβιτόρος διασχίζει το άδειο μαγαζί (τόσο άδειο που στήνεις τέρματα, παίζεις μπαλίτσα, μακριά γαϊδούρα, το πουλί σου χωρίς να σε δει κανείς κ.ο.κ), για να μας ενημερώσει ότι λόγω τεράστιας προσέλευσης του κόσμου δεν μπορούμε να κάτσουμε πουθενά, μόνο να σταθούμε όρθιοι όπου βρούμε. Το τρικ του ψεύτικου ρεζερβέ μπορεί να έχει πεθάνει ακόμα και στο πιο απόμερο κωλόμπαρο της Αλεξανδρούπολης (μέχρι κι εκεί έχουν καταλάβει ότι κανείς πια δεν πουλάει μούρη έτσι), αλλά στην Αθήνα το αναβιώνουμε GT BORUME RI, ECY TI ZORI TRAVAC?? Το κάπνισμα εννοείται πως επιτρέπεται, γιατί ακόμα και η ξενομανία μας εκφράζεται σχιζοφρενικά (ναι στο παρωχημένο νεοϋορκέζικο pretentiousness, όχι στον σεβασμό της δημόσιας υγείας), αλλά φυσικά δεν υπάρχουν τασάκια. Καπνίζεις δηλαδή και ρίχνεις τη στάχτη και τη γόπα χάμου, γιατί, οκ, σας δίνουμε fashion forward nightlife, αλλά το dna του καφρονταλικέρη δεν το δαμάσαμε ακόμα.

Η ώρα κυλάει αργά και άβολα, κι εμείς στεκόμαστε όρθιοι μπροστά από ένα ενυδρείο, αιχμάλωτοι μιας βλακώδους διαρρύθμισης που δεν σου επιτρέπει να αποκτήσεις εποπτεία του χώρου αν δεν πας βόλτα μες στο μαγαζί. Εν τω μεταξύ, λίγα πράγματα είναι πιο awkward από το να πίνεις ποτό και δίπλα σου κάποιος να κάθεται και να τρώει, εκτός αν είσαι σε πανηγύρι όπου υποθέτω ότι αυτή η ανομοιογένεια δικαιολογείται. Τα νερωμένα ποτά δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο και η βαρετή ατμόσφαιρα δεν μας ενέπνευσε να παραγγείλουμε κι άλλο γύρο. Η προοπτική να φύγουμε και να πάμε στα McDonald’s φάνταζε, άλλωστε, τόσο μα τόσο προτιμότερη. Ζητήσαμε τον λογαριασμό, πληρώσαμε, δεν μας έδωσαν απόδειξη, και φύγαμε μακριά από την μεγαλοπιασμένη τρούπα όπου ο χρόνος σταματάει και η μιζέρια βασιλεύει.