,

American Horror Story: 5 λόγοι που απογοητεύτηκα από το Freakshow

Το story είναι αδύναμο και δεν καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον σε εγρήγορση. Από το πρώτο επεισόδιο έχουμε αποκτήσει ολοκληρωμένη άποψη για τα τεκταινόμενα και τίποτα στην πορεία δεν διαφοροποιείται ή μας εκπλήσσει. Η πλοκή είναι προβλέψιμη και σχεδόν στατική, ενώ τα επεισόδια μοιάζουν ολόιδια μεταξύ τους. Κανένα breaking point, κανένα ορόσημο, τα πάντα εξελίσσονται με χλιαρό τρόπο και δεν δείχνουν να οδηγούν σε κάποιο συναρπαστικό σημείο. Άλλες χρονιές, κάθε επεισόδιο έδινε αφορμή για συζητήσεις επί συζητήσεων, για την κατασκευή και διάδοση άπειρων σχετικών memes, για την έναρξη μόδας (πόσες κοκότες άρχισαν από πέρυσι να φοράνε puritan hats) και για την αναπαραγωγή instant classic ατακών (lana banana e.t.c)

Επειδή είναι συνολικά βαρετό. Δεν φταίει, δηλαδή, μόνο το σενάριο – φταίνε τα πάντα. Θα μπορούσαμε να ’χουμε μεν ένα αδιάφορο story, αλλά με καθηλωτικές ερμηνείες, καλοδουλεμένες pop αναφορές, edgy κοινωνικούς προβληματισμούς, σκηνοθετικές καινοτομίες, νέα και αδοκίμαστα πρόσωπα. Εδώ, όμως, τα πάντα μοιάζουν βαλτωμένα και εφησυχασμένα, λες και ο Ryan Murphy έχασε την όρεξή του να ξεπεράσει τον εαυτό του και είπε να το παίξει safe.

Οι βασικοί ηθοποιοί που πρωταγωνίστησαν και στους προηγούμενους κύκλους (κυρίως η Jessica Lange, η Sarah Paulson και ο Evan Peters) παίζουν πάνω-κάτω τους ίδιους ρόλους με πριν, απλώς με παραλλαγμένο σεναριακό περικάλυμμα. Είναι καταπληκτικοί, αλλά μας δίνουν ό, τι μας έχουν ήδη δώσει (τη δυναμική και φιλόδοξη γυναίκα, την ευαίσθητη αλλά κατά βάθος ισχυρή κοπέλα, τον παρεξηγημένο αποσυνάγωγο που όμως είναι και γαμώ τα παιδιά, αντίστοιχα). Η παρουσία τους στο American Horror Story δεν πλαταίνει, δεν ψηλώνει, ούτε βαθαίνει. Είναι όπως την έχουμε συνηθίσει, λες και οι ηθοποιοί υιοθέτησαν από μόνοι τους ενιαία μανιέρα, μέχρι να τελειώσουν όλοι οι κύκλοι.

Το τόσο προσφιλές στοιχείο των μειονοτικών κοινωνικών ομάδων και των περιθωριακών ανθρώπων, από ιδεολογικό statement έχει γίνει καραμέλα, χάνοντας λίγη από την ανθρωπιστική αυθεντικότητά του. Εν προκειμένω, το freakshow μοιάζει περισσότερο με αγορασμένη πατέντα, παρά με καλλιτεχνική έμπνευση. Ο Ryan Murphy κυνηγάει τη διαφορετικότητα για τη διαφορετικότητα, το εκκεντρικό για το εκκεντρικό, και στην προσπάθειά του να φανεί εικονοκλαστικός, βυθίζεται σε ένα αυτιστικό λίμπο επαναληπτικότητας. Ο τρόπος που θίγει κοινωνικά ζητήματα είναι ωραίος και καλαίσθητος, δίνει πολλούς πόντους ρεαλισμού στα έργα του -ακόμα και μέσα από αλληγορίες-, αλλά πλέον έχει γίνει λιγάκι γραφικός, κάτι σαν χαρακτηριστικό λάιτ μοτίφ που περισσότερο συνέχει φορμαλιστικά την κατασκευή, παρά τη νοηματοδοτεί.

Η ουσία του freakshow αποτυπώνεται με εντελώς επιδερμικό τρόπο και η όλη αναπαράσταση της έννοιας είναι πρόχειρη και αβαθής. Ο φιλοσοφικός στοχασμός του Murphy πάνω στη ζοφερή ανθρώπινη φύση, αλλά και η εγγραφή των συναισθημάτων και των ηθικών αποχρώσεων των ηρώων είναι ελλιπέστατα, κι αυτό είναι αρκετά παράξενο, αν αναλογιστεί κανείς πόσο περίτεχνα και εύστοχα συνέθεσε το ψυχογράφημα της Fiona Goode στο Coven. Τα μέλη του show, δηλαδή, είναι κατ’ επίφαση φρικιά – μόνο σε ό, τι έχει να κάνει με τα σωματικά τους χαρακτηριστικά, την κοινωνική θέση και την εργασία τους. Ο εσωτερικός κατακερματισμός, οι ψυχολογικές μεταπτώσεις, ο πνευματικός και συναισθηματικός αντίκτυπος του ρατσισμού και της απομόνωσης μένουν αφανείς, καθώς οι χαρακτήρες δεν αναπτύσσονται αρκετά ώστε να εκφράσουν την πληθωρικότητα αυτή πειστικά.