,

Φιλία και έρωτας στην εποχή των social media

Προσπαθώ να καταλάβω τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να αντιμετωπίζουν την φιλία με τόσο χρησιμοθηρικά casual διάθεση στην καθημερινότητά τους, και καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η καταχρηστική αυτή στάση απέναντι στη φιλία ως έννοια αλλά και ως πράξη, πηγάζει από το αχανές, απρόσωπο και ανέξοδο socializing που χαρακτηρίζει τις κοινωνικές σχέσεις της εποχής.

Η φιλία στην εποχή του facebook και του twitter -μια εποχή που μερικά αδιάκριτα κλικ αρκούν για τη σάρωση και της παραμικρής λεπτομέρειας στη ζωή ενός τυπικά αγνώστου- είναι το ιδανικό μαξιλαράκι στο οποίο ακουμπάει η στραμπουληγμένη ηθική και η καλοζωισμένη αναίδεια των περισσότερων. Η σουρεαλιστική εξοικείωση με το ξένο προσφέρεται με τόση άνεση από την ευρεία τεχνολογική δικτύωση, που άπαντες καταλήγουν να γνωρίζονται μεταξύ τους, χωρίς να ‘χουν μπει καν στον σχετικό κόπο. Η αυτοματοποίηση αυτή δίνει σε όλους το δικαίωμα να χαρακτηρίσουν φίλο έναν απλό γνωστό, αλλά και να αποποιηθούν μια φιλία με την ίδια ευκολία, υποβιβάζοντάς την σε απλή γνωριμία. Η οντολογική ισχύς μιας σχέσης εδράζεται καθ’ ολοκληρίαν στην τήρηση των ηλεκτρονικών πρακτικών, όπως αυτή γίνεται μέσα από πλατφόρμες τύπου facebook. Η εικονική πραγματικότητα έχει σχεδόν καταπιεί την ουσιαστική, επομένως η φιλία κρατάει όσο κρατάει το post που την αποδεικνύει.

Επιπλέον, όλο αυτό το πλασματικό κατασκεύασμα παραβλάπτει τις ήδη διαταραγμένες ισορροπίες των ερωτικών μας σχέσεων, και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι το χειρότερο απότοκο της εγκαθίδρυσης των social media στη συνείδηση και στο υποσυνείδητό μας. Το σκέλος των φιλικών σχέσεων, δηλαδή, έχει περιθώρια σωτηρίας, γιατί ερχόμενοι αντιμέτωποι με το έσχατο σημείο της υποκρισίας μας και της ανοχής των άλλων (ή της υποκρισίας των άλλων και της προσωπικής μας ανοχής), αναγκαζόμαστε κουτσά στραβά, με τους δικούς μας ρυθμούς, να αναγνωρίσουμε ποιος, γιατί και υπό ποιους όρους μετράει στη ζωή μας. Η χαλαρότητα της φιλίας, με λίγα λόγια, μας επιτρέπει να κάνουμε πολλά σφάλματα μέχρι να αναγνωρίσουμε την αυθεντική της αξία. Με τα ερωτικά μας, όμως, δεν ισχύει το ίδιο, γιατί εκεί η ουσία είναι ο τελευταίος σταθμός στην όλη διαδρομή, και, μέχρι να τη φτάσουμε, δεκάδες επικοινωνιακά εμπόδια μας φράζουν το δρόμο, επιδρώντας ανασταλτικά στην πιο ευεπίφορη μεριά. Η πανεύκολη πρόσβαση στο παρόν, στο παρελθόν, στις σκέψεις και στον περίγυρο του άλλου μας πλημμυρίζει με τα πιο εμπεριστατωμένα επιχειρήματα και τα πιο πειστικά κίνητρα για να τον απορρίψουμε εκ προοιμίου. Γνωρίζουμε περισσότερα απ’ όσα πρέπει – περισσότερα απ’ όσα θα θέλαμε να γνωρίζουμε. Μια διαδικασία που στην κανονική ζωή θα ήταν ένα επίφοβο αλλά ενδιαφέρον ταξίδι, τώρα αποτελεί κοινότοπο έργο που αναπαράγεται στο μυαλό μας πρωθύστερα και χωρίς την έγκρισή μας, όντας εξ αρχής καταδικασμένο να λάβει τη χειρότερη κριτική.

Η πιο αστεία παράμετρος βέβαια, είναι η σύγχυση φίλων και εραστών, πάντα υπό τους αντιφατικούς όρους οικειότητας που χορηγεί η παράνοια των social media. Το φρενήρες τέμπο, δηλαδή, της εναλλαγής φίλων και επίδοξων εραστών, οι οποίοι, μετά την προδιαγεγραμμένη τους μεταίωση, μετατρέπονται σε απλούς γνωστούς, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι, ούτε έχουν υπάρξει ποτέ, κάτι απ’ όλα αυτά. Ακόμα όμως κι αν αυτές οι ιδιότητες ανταποκρίνονταν σε κάποια υπαρκτή αλήθεια, πόσο εσφαλμένη είναι η πεποίθηση ότι αυτός που απέτυχε να συμπληρώσει το κουτάκι του ιδεατού μας εραστή, μπορεί κάλλιστα να ενσαρκώσει ρόλο φίλου; Πόσο πεζή και προσβλητική είναι η αντίληψη που υπάγει την έννοια του φίλου σε μια generic ταυτότητα για να την κολλήσει στο πέτο του όποιος απέτυχε να γίνει οτιδήποτε άλλο στη ζωή μας; Λες και η φιλία από μόνη της δεν έχει ειδικές προδιαγραφές, αλλά συνιστά μια συμβολική παροχή σ’ αυτόν που ζημιώθηκε απ’ το Εγώ μας.

Επειδή όμως καμία κρυψώνα δεν κρατάει για πάντα, είτε αυτή είναι κυριολεκτική είτε μεταφορική, θα ‘χει πολύ ενδιαφέρον να δουμε τις αντιδράσεις μας, όταν πια θα ‘χει έρθει η στιγμή να λογοδοτήσουμε ο ένας στον άλλο, χωρίς την ασφάλεια της επίπλαστης περσόνας μας. Ο ένας θα θυμάται τον άλλο, αυτό είναι σίγουρο, αλλά ποια θα είναι η θέση των άλλων στη συνείδησή μας, όταν η πραγματικότητα ξαναγίνει μία; Μήπως στο τέλος θα πρέπει να γνωριστούμε απ’ την αρχή;