,

Ο Έλληνας ταξιτζής και η εξαίρεση

Πριν από τέσσερα χρόνια ήμουν φοιτητής στην Κομοτηνή και περνούσα χάλια. Ένας Πειραιώτης δεν έχει θέση στη βόρεια Ελλάδα, και η αλήθεια είναι ότι οι απόπειρές του να ενταχθεί, είναι καταδικασμένες εξαρχής. Ο τόπος δεν τον χωράει, ο αέρας δεν του φτάνει και η νοσταλγία της θάλασσας τον οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην μελαγχολία. Και στις εφιαλτικές βραδιές στο σπίτι παρέα με πολύ κακής ποιότητας θρίλερ. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.

Στην προσπάθειά μου να αποτινάξω το ζοφερό πέπλο της κακοτυχίας μου, πραγματοποίησα μερικές μίνι αποδράσεις σε γύρω πόλεις, μήπως και σταματήσω να αισθάνομαι καταραμένος και ολικά εγκαταλελειμμένος από ανθρώπους και ευτυχισμένα συναισθήματα. Μην φανταστείτε, βέβαια, πως προλάβαινα να νιώσω κοσμοπολίτης – τα ταξίδια μου ήταν μικρότερα κι από γάμο του Απόστολου Γκλέτσου. Ένα από αυτά, πάντως, με οδήγησε στη Θεσσαλονίκη, όπου και έμελλε να βιώσω την πρώτη μου εξωσωματική τρομακτική εμπειρία με ταξί.

Τα Κτελ Θεσσαλονίκης απέχουν αρκετά από την περιοχή της Καμάρας όπου έπρεπε να πάω, έτσι στο μυαλό μου η μόνη επιλογή για να μετακινηθώ, ήταν το ταξί. Προφανώς, όταν η πηγή εσόδων σου είναι οι γονείς σου, το χρήμα μοιάζει ανεξάντλητο, και η πολυτέλεια, αυτονόητη συνέπεια της εφηβικής φυγοπονίας σου. Ο κώλος μου ήταν καλομαθημένος τότε. Έπρεπε να πάρω ταξί, γιατί πού να έψαχνα για το κατάλληλο λεωφορείο μωρέ;

Μπήκα στο ταξί με σχετική αυτοπεποίθηση -η Θεσσαλονίκη στο νου μου φάνταζε μικροσκοπική- σίγουρα ο ταξιτζής θα καταλάβαινε κατευθείαν πού ήθελα να με πάει. Μου έκανε πλακίτσα ότι τάχα θα με πήγαινε στη Σίνδο. Δεν γέλασα, γιατί δεν είχα ιδέα τι ήταν αυτό το Σίνδο –ίσως η χωριάτισσα γιαγιά της γνωστής αντιπάλου της Barbie, Sindy. Σε κάθε περίπτωση, δεν εκτίμησα την οικειότητα γιατί δεν μου αρέσει να μου μιλάνε στο ταξί. Αλλά αυτός θα μίλαγε για πολύ ακόμα.

Με ρώτησε ποιος είμαι, από πού έρχομαι, και τι γυρεύω στην πόλη. Η προφορά του ήταν αρκετά περίεργη και απ’ όλο το στυλ του συμπέρανα πως είτε έχει καταψύξει το διαμελισμένο πτώμα της γυναίκας του είτε βιάζει μικρούς μονόκερους. Όπως καταλαβαίνετε, είμαι πολύ προσεκτικός και ακριβής στις κρίσεις μου, και δεν βάζω ποτέ το κακό στο μυαλό μου. Απάντησα μονολεκτικά, όπως θα απoκρινόταν η Madonna αν της απηύθυνε τον λόγο η Κάλη Φέρρη, αλλά αυτός δεν φάνηκε να αποθαρρύνεται.

«Να γαμήσεις ήρθες ρε;» Έκανα πως δεν ακούω – η σκόνη στο παράθυρο ξαφνικά απέκτησε μεγάλο ενδιαφέρον και εστίασα όλη μου την προσοχή πάνω της. «Για μουνάκι ήρθες, σε κατάλαβα, χεχεχε». Άρχισα να νιώθω άβολα. Έβγαλα ένα ακατάληπτο μχχχμχχζζ που θα μπορούσε να είναι είτε η ηχώ του σιγοβράζοντος φλέματος είτε κάποια παροιμία στη γλώσσα των βατράχων.

«Εγώ έχω τρελές καύλες φιλαράκι, αλλά σήμερα θέλω κώλο. Έχει μία ωραία Ρωσιδούλα εδώ πιο κάτω – να σε πάω να δεις;»

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΜΕ ΕΞΩΘΗΣΕΙ ΣΤΗΝ ΠΟΡΝΕΙΑ. ΚΙΝΔΥΝΕΥΕ Η ΖΩΗ ΜΟΥ. ΕΠΡΕΠΕ ΚΑΠΩΣ ΝΑ ΑΝΤΙΔΡΑΣΩ.

«Όχι, ευχαριστώ», απάντησα φοβισμένος, έχοντας γείρει το κεφάλι μου κυριολεκτικά έξω απ’ το παράθυρο, σε αναζήτηση σωτηρίας ή κάποιου βιαστικού περιστεριού που θα κουτούλαγε πάνω μου και θα με άφηνε ξερό, γλιτώνοντάς με απ’ το μαρτύριο.

Η οδήγησή του άρχισε να γίνεται ασταθής, έλεγε βλακείες και άφηνε το τιμόνι κάνοντας παράλληλα σπασμωδικές κινήσεις, ενώ το παραλήρημά του αποκτούσε ολοένα και πιο χυδαίο χαρακτήρα. Σε κάποια φάση, έστριψε σε ένα ύποπτο στενό, ελάττωσε ταχύτητα και άρχισε να κορνάρει έξω από ένα σπίτι. «Μάλλον εδώ μένει η Ρωσίδα» σκέφτηκα, ελπίζοντας να βρει έστω η καημένη αλλοδαπή κάποιον τρόπο να ξεφύγει απ’ τον μανιακό. Τον εαυτό μου τον θεωρούσα ήδη χαμένο και προσπαθούσα να μην προδώσω την ταραχή μου με τα εκφραστικά μου μέσα, για να αφήσω τουλάχιστον ένα ευπαρουσίαστο και αγέρωχο πτώμα. Ο ταξιτζής φάνηκε να απογοητεύεται και έβαλε ξανά μπρος εκνευρισμένος.

«Φίλος, θέλω να γαμήσω, θέλω να τη βάλω κάτω και να τη σκίσω», συνέχισε να λέει, κάνοντας μερικές εντυπωσιακές παύσεις για να μιμηθεί με τα χείλη του τον ήχο της διείσδυσης. Για ανώμαλος, πάντως, παρήγαγε πολύ παραστατικές εικόνες – πρέπει να του το αναγνωρίσω. Συνέχισα να τον ακούω, αλλά ξαφνικά μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι η διαδρομή του Σατανά έφτανε στο τέλος της. Μάλλον φτάναμε στον προορισμό μας, όποιος κι αν ήταν αυτός. Κάπου εκεί, όμως, αποφάσισε να κορυφώσει την παράστασή του: «Να τον βγάλω λίγο να τον παίξω ε, δεν σε πειράζει;» Αυτό ήταν. Είχε έρθει η ώρα να κατέβω.

Του ζήτησα να με αφήσει οπουδήποτε, ήμουν αποφασισμένος να βγω ακόμα κι αν το αυτοκίνητο παρέμενε εν κινήσει. Τι να μου κλάσει ο Jason Statham, θα ρόλαρα πάνω στην καυτή άσφαλτο, θα πάθαινα και μερικά κατάγματα, αλλά τουλάχιστον θα προστάτευα τα παιδικά μου μάτια από ένα θέαμα που θα τα μαγάριζε για πάντα. Τελικά με άφησε σε ένα περίπτερο για να κάνω ψιλά (εννοείται πως δεν δεχόταν πενηντάρικο). Το περίπτερο δεν με βοήθησε, γι’ αυτό χρειάστηκε να πάω σε άλλα τρία, αλλά και σε ένα σουβλατζίδικο. Με τα πολλά, πήρε τα λεφτά του και έφυγε σαν σίφουνας, χωρίς εγώ να προλάβω να σημειώσω τις πινακίδες του. Είχα αρπάξει κάμποση τσίκνα, όμως.

Έκτοτε, με εξαίρεση κάποιες έκτακτες περιπτώσεις, δεν έχω χρησιμοποιήσει ξανά κανονικό ταξί. Το γεγονός δε, ότι και οι έκτακτες αυτές περιπτώσεις είναι αξιομνημόνευτες για τον ατυχή χαρακτήρα τους, πιστοποιεί την άποψη που έχω σχηματίσει για την συντριπτική πλειοψηφία των ταξιτζήδων: ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΙ, ΑΙΣΧΡΟΚΕΡΔΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΦΟΒΑΜΑΙ.

Ευτυχώς, τον τελευταίο καιρό έχει σχηματιστεί μία κοινότητα επαγγελματιών που επιχειρεί να αναβαπτίσει τον κλάδο, και μέχρι στιγμής έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη μου ανεπιφύλακτα. Το taxibeat, ένα application που σου δίνει τη δυνατότητα να αναζητήσεις και τελικά να βρεις taxi όπου κι αν βρίσκεσαι μες στην πόλη, κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος, και, ειλικρινά, είναι από τις λίγες επιχειρηματικές προσπάθειες που νιώθω υποχρεωμένος να επαινέσω (γεγονός που δεν μπορεί παρά να με τρομάξει, αν αναλογιστώ ότι μισώ κάθε τι άλλο σ’ αυτόν τον κόσμο). Ευγενικοί άνθρωποι, διαφανείς συναλλαγές, σύντομες διαδικασίες, καλή πίστη και δυνατότητα επιλογής οδηγού βάσει φωτογραφίας. ΟΚ, το τελευταίο δεν αποτελεί δόκιμο επιχείρημα υπέρ της εφαρμογής, αλλά ξανασκεφτείτε το κάποιο μοναχικό βράδυ στο κρεβάτι σας, όταν δεν θα σας παίρνει ο ύπνος.

Δεν ξέρω ποιο θα είναι το μέλλον του taxibeat, κάτι είχα ακούσει για πόλεμο των συμβατικών taxi εναντίον του, αλλά δεν είμαι και σίγουρος. Φαντάζομαι, πάντως, πως δεν θα είναι και πολύ χαρούμενοι οι υπόλοιποι ταξιτζήδες, που ένα application κατάφερε να τους πάρει αρκετή πελατεία, επιστρατεύοντας απλώς τα στοιχειωδέστερα των όπλων: ευγένεια και οργάνωση. Από την άλλη όμως, όσο τα παιδιά του taxibeat παραμένουν η εξαίρεση στον κανόνα, θα έχουν αταλάντευτο target group και άρα ισχυρό λόγο ύπαρξης. Και αυτή η yin yang εκδοχή είναι που με συμφέρει.

  • Marina T

    Θα συμφωνήσω για το taxi beat… μακάρι να μπορούσα να χρησιμοποιώ συνέχεια ταξί..αλλά πού λεφτά…