,

Η viral νόσος των ελληνικών social media

Τα social media ακολουθούν ενοχλητικές μόδες από καταβολής της ύπαρξής τους, μάλλον επειδή αυτός είναι και ο αυθεντικός προορισμός τους: Η ανάπτυξη κωδίκων επικοινωνίας – η γιγάντωσή τους – και η συνακόλουθη παρακμή τους, ως αναγκαίο πρόκριμα για τη γέννηση του επόμενου trend. Νομίζω, όμως, πως βρήκα την πιο ανησυχητική μόδα απ’ όλες, υπό την έννοια ότι αφ’ ενός καταδεικνύει με απογοητευτικό τρόπο την αφόρητη πνευματική ομοιογένεια των χρηστών και αφ’ ετέρου το ποιοτικό τους έλλειμμα, καθώς ως άμορφη μάζα διαιωνίζουν άκριτα τη μανία τους, μέχρι να την κάψουν ολοσχερώς.

Όλοι μοιάζουν εθισμένοι στην ανακυκλούμενη νοσταλγία της λούμπεν τηλεκουλτούρας των 90s, περιβάλλοντάς την με έναν απενοχοποιητικό μανδύα πολιτισμικής αποκατάστασης, που καθόλου δεν της αξίζει. Τα ελληνικά social media ζήλεψαν την αναζωογονητική επίδραση του tumblr στην κληρονομιά της δυτικής ποπ κουλτούρας (κλασικά και μη, προϊόντα της τηλεοπτικής και κινηματογραφικής βιομηχανίας νεκρανασταίνονται χάρη στο συνδυαστικό όπλο της εικόνας και του quote), και αποφάσισαν να κάνουν το ίδιο για τον εγχώριο πολτό, επαναπροσδιορίζοντάς τον με αδικαιολόγητη επιείκεια.

Όλοι ενίοτε γελάμε με τις απολιθωμένες σειρές της παλιάς ελληνικής τηλεόρασης, είτε λόγω της χαριτωμένης γραφικότητάς τους, είτε λόγω της ρετρό αισθητικής τους, είτε με αφορμή την ατάκα ενός κλασικού χαρακτήρα μέσα σε ένα πολύ οικείο μυθοπλαστικό context. Ωστόσο, ένα απλό scroll down στα περισσότερα newsfeed αποδεικνύει ότι οι στουντιακές σειρές του αντ1 και του mega δεν αποτελούν απλώς μία αδιόρατη cult ανάμνηση. Είναι ακόμα ισχυρότατα και επίκαιρα σημεία αναφοράς, ένας κοινός πολιτισμικός παρονομαστής, ο ηθικός μπούσουλας που ορίζει και συνέχει την παιδεία νέων αλλά και μεγαλύτερων. Κι αυτό δεν είναι καθόλου ευοίωνο.

Οι Έλληνες μου δίνουν την εντύπωση ότι ξέχασαν να μεγαλώσουν. Το χιούμορ, η συμπεριφορά, ο τρόπος που βλέπουν τον εαυτό τους και τον πλασάρουν κοινωνικά, σε βάζουν σε υποψίες ότι δεν έχουν εκτεθεί σε κάποιο άλλο εικαστικό ερέθισμα, ότι δεν γνώρισαν ποτέ κάτι διαφορετικό από τη Ντένη Μαρκορά και την υπηρέτριά της. Φανταστικά πρόσωπα σαν αυτά, δεν έχουν απλώς αναχθεί σε εμβληματικές φιγούρες της ελληνικής ποπ κουλτούρας (αυτό είναι εν πολλοίς δικαιολογημένο), αλλά έχουν διαμορφώσει σε τρομακτικό βαθμό τον χαρακτήρα και το ταμπεραμέντο των θιασωτών τους.

Είναι σοκαριστικό ότι στο ελληνικό ίντερνετ -στην ελληνική κοινωνία κατ’ επέκταση- σπάνια παρατηρείται αυθεντικό χιούμορ ή κάποιος μηχανισμός συνεννόησης με ενδιαφέρουσα και μοντέρνα αιχμή. Αντίθετα, κυριαρχεί ένα άχαρο κράμα τηλεοπτικής σαχλαμάρας, ανέμπνευστης κατινιάς και πεθαμένης τσιτατοσύνης. Η επικρατέστερη μορφή επικοινωνίας βασίζεται στην αναπαραγωγή ατάκας, στην παλιομοδίτικη συνθηματολογία και στην αξιολύπητη απομίμηση ενός μοτίβου έκφρασης που ίσως σήμαινε κάτι πριν από είκοσι χρόνια, αλλά όχι πια.

Δεν θέλω να γίνω ο party pooper των παιδικών μας αναμνήσεων -άλλωστε, τα πάντα έχουν θέση στο χωνευτήρι της συλλογικής μας ρετροσπεκτίβας- αλλά είναι το τρασαριό των 90s το μόνο πράγμα για το οποίο μπορούμε να είμαστε μαζικά υπερήφανοι σήμερα; Πόσες γενιές ακόμη θα οικοδομήσουν το αισθητικό τους κριτήριο και την αντίληψη περί αστείου πάνω σε μικροαστικές καρικατούρες, και πότε ακριβώς θα γίνει ευρέως αντιληπτό ότι η τηλεοπτική παράδοση αυτού του είδους έχει ξεπεραστεί;

Άλλες κοινωνικοπολιτικές συγκυρίες συνέθεσαν τις προσωπικότητες του Ντόλτσε Βίτα, άλλες διαμορφώνουν τους αντίστοιχους χαρακτήρες της σημερινής πραγματικότητας. Η προσκόλληση σε παρωχημένες συμπεριφορικές μανιέρες είναι η πιο νοσηρή και αθέμιτη παράδοση – θυμίζει τα παιδάκια που μεγαλώνουν απομονωμένα, με μοναδική προσλαμβάνουσα τη συντηρητική μαμά τους και τις συνομιλίες της τελευταίας με την κουμπάρα της στο τηλέφωνο.

Νομίζω πως η ανάγκη του κόσμου για καινοτομία δεν ήρθε ποτέ πριν σε τόσο σφοδρή ρήξη με την δίψα του γι’ αυτήν, η οποία εν προκειμένω φαίνεται μηδαμινή. Η συντριπτική πλειοψηφία μου μοιάζει πλήρως επαναπαυμένη στη βιοχλαπάτσα που έμαθε να αποθεώνει, γι’ αυτό και προτιμάει να παραμείνει αφυδατωμένη και να καταπίνει το σάλιο της, απ’ το να γευτεί τη δροσιά της νεότητας και να σταματήσει να βρωμάει μούχλα.

Ας επιλέξει ο καθένας ελεύθερα τα εγκεφαλικά του καύσιμα, ας ενδώσουμε όλοι απρόσκοπτα στην αυτοβλάβη μας, αλλά -please- όταν συνειδητοποιήσουμε την τοξικότητα της τροφής μας, ας μην κατηγορήσουμε πάλι αυτόν που μας την σέρβιρε.